Οι αγώνες των Κούρδων και οι προκλήσεις της εξωτερικής υποστήριξης: η περίπτωση των Κούρδων της Συρίας

Οι αγώνες των Κούρδων και οι προκλήσεις της εξωτερικής υποστήριξης: η περίπτωση των Κούρδων της Συρίας

του Behnam Amini

Πρέπει να συζητηθούν από κριτική σκοπιά το ιστορικό υπόβαθρο και οι διαρθρωμένες δομές, ως αίτια που θα άφηναν ένα επαναστατικό κίνημα χωρίς καμιά άλλη επιλογή πέρα απ’ το να αναζητήσει βοήθεια ουσιαστικά από οποιονδήποτε του την προσφέρει.

 

Η κατάσταση των Κούρδων σε μια δραστικά μεταβαλλόμενη Μέση Ανατολή δεν έχει τύχει ιδιαίτερης προσοχής σε ακαδημαϊκό επίπεδο κι έχει ευτυχήσει ακόμη λιγότερο σε επίπεδο δημοσιογραφικής κάλυψης, παρά τον αυξανόμενο αντίκτυπο τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ο μεγαλύτερος άπατρις λαός της Μέσης Ανατολής βρίσκεται στα πρόθυρα μιας νέας συνθήκης, όχι μόνο στο ιρακινό Κουρδιστάν, όπου στις 25 Σεπτεμβρίου του 2017 πραγματοποιήθηκε δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία, αλλά επίσης στη Συρία και στην Τουρκία. Στη Συρία οι Κούρδοι πολέμησαν οργανωμένα και αποτελεσματικά εναντίον των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους. Στην Τουρκία υπέστησαν μαζική καταστροφή των κουρδικών πόλεων, εκτοπισμό μισού εκατομμυρίου Κούρδων και εξάλειψη κάθε νομικής υπόστασης από το τουρκικό κράτος. Από την άλλη υπάρχει το Ιράν. Η σειρά άρθρων αυτής της εβδομάδας εστιάζει στις τρέχουσες πολιτικές διεκδικήσεις των Κούρδων σε τέσσερις γειτονικές χώρες.

Mehmet Kurt, επιμελητής σειράς

 

Με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον απόηχο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το κουρδικό ζήτημα – η άρνηση στους Κούρδους του δικαιώματός τους να σχηματίσουν το δικό τους έθνος-κράτος και ο κατακερματισμός της γης τους στις τέσσερις χώρες της Συρίας, της Τουρκίας, του Ιράκ και του Ιράν – αναδείχθηκε σε ένα από τα μείζονα γεωπολιτικά ζητήματα στη Μέση Ανατολή.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα, το δικαίωμα του κουρδικού λαού για αυτοπροσδιορισμό έχει εκφραστεί με ποικίλες μορφές αγώνα σε κινήματα όπως η Δημοκρατία του Κουρδιστάν το 1946, η εξέγερση των Κούρδων του Ιράν στις δεκαετίες του 1960 και 1970, ο ένοπλος αγώνας του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) στην Τουρκία από τη δεκαετία του 1980 και η επανάσταση της Ροζάβα στη Συρία. Παρά τις ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ανάμεσα σ’ αυτά τα κινήματα, όλα τους βασίστηκαν, σε διαφορετικό βαθμό το καθένα, σε εξωτερική υποστήριξη στους αγώνες τους για αυτοπροσδιορισμό.

Η τρέχουσα στρατιωτική συνεργασία των αυτοπροσδιοριζόμενων ως επαναστατικών αριστερών της Ροζάβα (Κουρδιστάν της Συρίας) με τις Ηνωμένες Πολιτείες στη μάχη τους εναντίον του Ισλαμικού Κράτους είναι μια τέτοια περίπτωση και πιθανότατα το πλέον εντυπωσιακό και αμφιλεγόμενο παράδειγμα. Αυτή η πρόσφατη συμμαχία μπέρδεψε πολλούς προοδευτικούς (την αγγλοσαξονική αριστερά, πιο συγκεκριμένα) σε τέτοιο βαθμό ώστε είτε απαξίωσαν την επανάσταση της Ροζάβα είτε υιοθέτησαν εχθρική στάση απέναντί της. Αυτό που δεν έχει συζητηθεί από κριτική σκοπιά ωστόσο είναι το ιστορικό υπόβαθρο και οι διαρθρωμένες δομές, ως αίτια που θα άφηναν ένα επαναστατικό κίνημα χωρίς καμιά άλλη επιλογή πέρα απ’ το να αναζητήσει βοήθεια ουσιαστικά από οποιονδήποτε του την προσφέρει.

Στο κείμενο που ακολουθεί θα εστιάσω στην περίπτωση των Κούρδων της Συρίας. Μια πιο διεξοδική διερεύνηση της περίπτωσης της Ροζάβα θα συμβάλει σε μια πιο εμπεριστατωμένη κατανόηση των λόγων που πολλά κουρδικά κινήματα και πολιτικά κόμματα, δεξιάς ή αριστερής κατεύθυνσης, στρέφονται για βοήθεια σε εγχώριες και διεθνείς δυνάμεις με έμμεσο ή άμεσο, αλλά ιστορικά επιβεβαιωμένο ρόλο στην καταπίεση των Κούρδων.

Αυτονομία έναντι εθνικής χειραφέτησης

Δεν υπάρχει μεγάλη διαμάχη γύρω από το ρόλο των δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων στη δημιουργία του κουρδικού ζητήματος. Εν τούτοις οι πολιτικοί αναλυτές έχουν αποδώσει ελάχιστη έως μηδαμινή σημασία στους βασικούς συντελεστές που το διαιωνίζουν. Τα ισχύοντα εθνικά σύνορα της Μέσης Ανατολής εντός των οποίων οι Κούρδοι πασχίζουν να εδραιώσουν την αυτοδιακυβέρνησή τους αποτελούν κληροδότημα των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων από τις δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά τη λήξη του. Κι όμως, ως επί το πλείστον, οι εγχώριες δυνάμεις και τα εθνικιστικά τους μοντέλα διατήρησαν το καθεστώς πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής καταπίεσης των Κούρδων στην περιοχή.

Μετά την ανεξαρτησία της Συρίας το 1946, το συριακό κράτος σταδιακά οικοδόμησε ένα σωβινιστικό / ρατσιστικό καθεστώς (ένα πρωτογενές κοινωνικό και πολιτικό μόρφωμα προερχόμενο από το κυρίαρχο αραβικό έθνος και επικεντρωμένο σ’ αυτό) που συστηματικά αφαίρεσε από τους Κούρδους την ιδιότητα του πολίτη ή τους κατέστησε πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Στην πραγματικότητα, χρόνια πριν τις εξεγέρσεις του 2011, το συριακό καθεστώς υπέβαλε τον κουρδικό πληθυσμό σε πολλαπλές μορφές βίας, από αφομοίωση και άρνηση της πολιτιστικής ταυτότητας έως μαζικούς εκτοπισμούς και πολιτική καταδυνάστευση.

Για να αντιληφθεί κανείς την έκταση του ρατσισμού και των διακρίσεων κατά των Κούρδων στη Συρία, αρκεί να λάβει υπ’ όψη του την κατάσταση των Κούρδων που γεννιούνται στη χώρα χωρίς ιθαγένεια. Εν τούτοις θα ήταν αφέλεια να σκεφτούμε ότι ο ρατσισμός κατά των Κούρδων υφίσταται μόνο σε επίπεδο κράτους και ιθαγένειας. Η συριακή αντιπολίτευση στο καθεστώς Άσαντ μαστίζεται εξίσου από τον ίδιο ρατσισμό. Αυτό καθίσταται προφανές τόσο στο δισταγμό της πλειονότητας των αντιπολιτευτικών ομάδων να αναγνωρίσουν την κουρδική ταυτότητα όσο και στο βαθιά ριζωμένο παναραβισμό στη Συρία, που αποδεικνύεται με την άρνηση να εγκαταλειφθεί η λέξη «αραβικό» από τον τίτλο του υποτιθέμενου μετα-ασαντικού κράτους.

Με δεδομένη τη διάχυτη σωβινιστική / ρατσιστική φύση του συριακού έθνους-κράτους, στάθηκε αδύνατο για τους Κούρδους της Συρίας να διερευνήσουν σοβαρά την πιθανότητα μιας συμμαχίας εντός των ορίων της χώρας. Αλλά ούτε και οι ομογενείς τους στην Τουρκία, το Ιράν και το Ιράκ στάθηκαν ποτέ στο πλευρό τους, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Και υπάρχει λόγος γι΄ αυτό: ο γεωγραφικός κατακερματισμός του κουρδικού έθνους.

Ο διαχωρισμός γης και πληθυσμού, που προσδίδει έναν χαρακτήρα μοναδικότητας στο κουρδικό ζήτημα, έχει καταστείλει σημαντικά τη διαμόρφωση ενός ενιαίου κουρδικού πολιτικού μετώπου για την αντιμετώπιση των εχθρών, ωθώντας γενικά τα κουρδικά κινήματα στην αναζήτηση της αυτονομίας έναντι της εθνικής χειραφέτησης. Μια συνθήκη που κατέστησε αυτά τα κινήματα περισσότερο ευάλωτα στις επιθέσεις των αντίστοιχων εθνών-κρατών, εντός των οποίων λειτουργούσαν. Η απεγνωσμένη συνθήκη στην οποία βρίσκονται αποδυναμωμένα έθνη που αντιμάχονται ισχυρά έθνη και/ή κράτη συνιστά επαρκή λόγο για να αναζητήσουν εξωτερική βοήθεια. Δε θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς αποτελεσματικά τον ισχυρισμό, για παράδειγμα, ότι θα ήταν μάλλον απίθανο για την Κούβα να επιβιώσει για δεκαετίες μετά την επανάσταση του 1959 αν δεν αξιοποιούσε όλες τις μορφές υποστήριξης από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Με τους Κούρδους η κατάσταση είναι ακόμη περισσότερο περίπλοκη και χωρίς ελπίδα, καθώς ο κατακερματισμός της γης και του αγώνα τους δεν τους έχει επιτρέψει να ενοποιήσουν τα εφόδια και τις δυνάμεις τους, αλλά ούτε και διέθεταν ποτέ έναν τόσο ισχυρό σύμμαχο στρατηγικής σημασίας όπως η πρώην Σοβιετική Ένωση.

Ο αντι-ιμπεριαλισμός στη διεθνή αριστερά

Ένα ακόμη γεγονός που έχει ενδιαφέρον σχετικά με τους Κούρδους της Συρίας είναι ότι ενώ κατά καιρούς το Ιράν, η Συρία, το Ιράκ και η Τουρκία έχουν όλοι χρησιμοποιήσει τα κουρδικά κινήματα ως πολιτικό εργαλείο για να αποδυναμώσουν αλλήλους παρέχοντας στους Κούρδους πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη, οι Κούρδοι της Συρίας δεν έλαβαν ποτέ ούτε καν αυτήν την επιδερμική και περιστασιακή στήριξη. Για να περιπλακούν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, ας ανακαλέσουμε πώς στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 το συριακό κράτος στήριξε το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PΚΚ) στον αγώνα του εναντίον του τουρκικού κράτους, την ίδια στιγμή που καταπίεζε τη δική του κουρδική μειοψηφία. Επιπλέον, από την εγκαθίδρυση της δημοκρατικής αυτονομίας στη Ροζάβα, οι Κούρδοι της Συρίας τελούν υπό καθεστώς διαρκούς απειλής από ανίερες συμμαχίες απολυταρχικών τοπικών δυνάμεων, οι οποίες, παρά τις διαφορές τους και τις διαμάχες για την εξουσία, ιστορικά έχουν καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποτρέψουν τους Κούρδους από τη συνειδητοποίηση της επιδίωξής τους για αυτοδιακυβέρνηση.

Η πρόσφατη ανακοίνωση της αντι-κουρδικής συμμαχίας Τουρκίας και Ιράν, που εστιάζουν σε διαφορετικά συμφέροντα στη Συρία στηρίζοντας αντιμαχόμενες πλευρές, αποτελεί το τελευταίο μόνο παράδειγμα τέτοιου είδους.

Χωρίς κανέναν τοπικό σύμμαχο στον οποίο θα μπορούσαν να στραφούν, θα ήλπιζε κανείς πως τα προοδευτικά κινήματα ανά τον κόσμο, πολλώ μάλλον η διεθνής αριστερά, θα στέκονταν ως ένθερμοι υποστηρικτές στο πλάι των Κούρδων στη Συρία. Αντιθέτως, πέρα απ’ τη συνολική υποστήριξη που έχει λάβει ιστορικά το συριακό κράτος από μείζονες τοπικές και διεθνείς δυνάμεις, έχει επίσης κερδίσει τη συμπάθεια και την υποστήριξη μιας μεγάλης ομάδας αντι-ιμπεριαλιστών, συγκεκριμένα στους κόλπους της αγγλοσαξονικής αριστεράς. Κάποιες διαλείπουσες εντάσεις με το Ισραήλ διασφάλισαν στο συριακό κράτος το κύρος ενός αντι-ιμπεριαλιστικού κράτους.

Εν τούτοις, τα ιστορικά γεγονότα καταδεικνύουν ότι η αντι-ιμπεριαλιστική ρητορική του συριακού κράτους είναι ένας μύθος, και πολλοί Σύροι αριστεροί αμφισβήτησαν εντόνως αυτήν την αφελή ερμηνεία περί αντι-ιμπεριαλισμού. Η άμεση επίπτωση του θεωρούμενου ως δεδομένου αντι-ιμπεριαλισμού του συριακού κράτους για τους Κούρδους της Συρίας ήταν, από πολλούς στην αριστερά, η διαγραφή της μαρτυρικής τους συνθήκης. Αυτή η ιστορική διαγραφή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάσταση της Παλαιστίνης ή της Νότιας Αφρικής, όπου η (δυτική) αποικιοκρατική καταπίεση που υφίστανται Παλαιστίνιοι και Αφρικανοί έχει αναδειχθεί σε μείζον ζήτημα από την αριστερά της Δύσης, για το οποίο διακηρύσσει με κάθε ευκαιρία πόσο πολύ την αφορά. Αξίζει τον κόπο να κάνει κάποιος εδώ μια παύση και να αναλογιστεί σχετικά με την αντίληψη περί αποικιοκρατίας και καταστολής στην αριστερή σκέψη. Σημαίνει άραγε αυτή η διαγραφή της πραγματικότητας που αποτελούν ο αποικισμός και η καταπίεση των Κούρδων στη Μέση Ανατολή ότι τα περιφερειακά κράτη και οι εθνικιστικές δυνάμεις του Τρίτου Κόσμου δεν είναι ικανά για μια τέτοιου τύπου καταστολή;

Το κουρδικό ζήτημα πολλές φορές δεν επισύρει την προσοχή και το ενδιαφέρον της ριζοσπαστικής αριστεράς απλώς και μόνο επειδή δεν αποτελεί τυπική περίπτωση αποικιοκρατίας / εξωτερικής παρέμβασης, όπου μια δυτική ιμπεριαλιστική χώρα εμπλέκεται άμεσα. Ακόμη χειρότερα, για μερικούς, η αντιπαράθεση αυτή καθ’ εαυτήν των Κούρδων με τα τριτοκοσμικά κράτη ενισχύει την αντίληψη ότι το κουρδικό ζήτημα  αποτελεί προϊόν του δυτικού ιμπεριαλισμού, για να σαμποτάρει τη σταθερότητα των αποκαλούμενων αντι-ιμπεριαλιστικών κρατών στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι ν’ απορεί λοιπόν κανείς που η βίαιη καταστολή του κουρδικού κινήματος στο Ιράν τα χρόνια που ακολούθησαν την επανάσταση του 1979, όπως και η σφαγή των Κούρδων του Ιράκ τη δεκαετία του 1980 από τον Σαντάμ Χουσεΐν ποτέ δεν ενόχλησαν την ηθική και την πολιτική της διεθνούς αριστερής κοινότητας με τον τρόπο που τους ενόχλησαν το καθεστώς απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και το σιωνιστικό κράτος της Παλαιστίνης.

Ακόμη και το 1991, ο Έντουαρντ Σαΐντ, ο επιφανής αριστεριστής Άραβας διανοούμενος, εξέφρασε αμφιβολίες για τη βίαιη πραγματικότητα του χημικού βομβαρδισμού της κουρδικής πόλης Χαλάμπτζα από το ιρακινό κράτος, που έγινε το 1988. Τέτοιου τύπου αρνήσεις της πραγματικότητας που προκύπτουν από αφελείς αντιλήψεις περί ιμπεριαλισμού και αντι-ιμπεριαλισμού έχουν στ΄ αλήθεια διευκολύνει την καταστροφή της ζωής και της γης των κουρδικών πληθυσμών στην περιοχή. Δεν είναι απορίας άξιο λοιπόν που τα κουρδικά κινήματα σε απόγνωση θα εξέταζαν κυριολεκτικά οποιαδήποτε από τις υπάρχουσες επιλογές για να προστατεύσουν τις κοινότητές τους.

Ζήτημα αναγκαιότητας

Είναι επομένως απολύτως απαραίτητο να θυμάται κανείς ότι η τρέχουσα στρατηγική συμμαχία των Κούρδων της Συρίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελεί ζήτημα επιλογής αλλά αναγκαιότητας. Η διαίρεση του Κουρδιστάν σε τέσσερα διαφορετικά έθνη-κράτη κατέστησε τους Κούρδους της Συρίας μειοψηφία στην ίδια τους την πατρίδα και οδήγησε στη γεωγραφική αποκοπή τους από τους άλλους κουρδικούς πληθυσμούς στην περιοχή.

Το συριακό κράτος εκμεταλλεύεται την κατάσταση της κουρδικής μειοψηφίας εδώ και πολλές δεκαετίες για να αρνηθεί την πολιτική προστασία και τα δικαιώματα που διατίθενται στους άλλους Σύρους. Για να διεκδικήσουν αυτά τα δικαιώματα, καθώς και το δικαίωμα αυτοκαθορισμού τους, οι Κούρδοι της Συρίας έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τον πρόσφατο κατακερματισμό του συριακού κράτους προς όφελός τους. Κάτι τέτοιο σήμαινε εν μέρει να εκμεταλλευτούν τις εγχώριες και διεθνείς διαμάχες για την εξουσία για να προωθήσουν τα δικά τους σχέδια.

Έπρεπε επίσης να αποδεχτούν βοήθεια από οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να την προσφέρει, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, προκειμένου να επιβιώσουν της πρόσφατης συριακής σύρραξης, απ’ τη στιγμή που: 1) ελάχιστα έθνη η κινήματα έχουν προσφέρει οικονομική και στρατιωτική υποστήριξη στους Κούρδους, και, 2) οι Κούρδοι της Συρίας βρίσκονται στην παρούσα φάση περικυκλωμένοι από δυνάμεις που προηγήθηκαν του Άσαντ και από αντιπολιτευτικούς επαναστάτες (συμπεριλαμβανομένου του ISIS), που αμφότεροι θα κατέστειλαν τους κουρδικούς πληθυσμούς της Συρίας αν τους δινόταν η ευκαιρία.

Ο στόχος μου να θέσω το εννοιολογικό πλαίσιο της περίπλοκης συνθήκης των κουρδικών αγώνων και της απεγνωσμένης αναζήτησής τους για συμμάχους δεν θα έπρεπε να ερμηνευτεί ως απόλυτη υποστήριξη κάθε στρατηγικής συμμαχίας με εξωτερικές δυνάμεις. Το επιχείρημά μου έχει να κάνει μάλλον με την τοποθέτηση ότι η κριτική και η καταδίκη των κουρδικών πληθυσμών της Συρίας από τη δυτική αριστερά δεν πρόκειται να μας οδηγήσει πουθενά. Στην πραγματικότητα, ιστορικά, οι στρατηγικές συμμαχίες με δυνάμεις που ήταν πολιτικά εχθρικές προς την κουρδική αυτοδιάθεση έχουν συχνά καταλήξει σε τραγωδίες για τους Κούρδους. Δεν έχει κανείς παρά να σκεφτεί τη Δημοκρατία του Κουρδιστάν το 1946, όπως και την προδοσία των Κούρδων του Ιράκ από το ιρανικό και το αμερικανικό κράτος στη δεκαετία του 1970.

Στην τρέχουσα υπόθεση περί Μέσης Ανατολής, με το κλίμα τεταμένο από τον πόλεμο και τις γεωπολιτικές διαμάχες, ο πλέον στρατηγικός τρόπος για τη δημιουργία συμμαχιών θα έπρεπε να επικεντρώνεται στην οικοδόμηση στενών δεσμών με άλλα καταπιεσμένα έθνη και κοινωνικές ομάδες εντός και εκτός περιοχής, λαμβάνοντας εξίσου σοβαρά υπόψη και τη φυσική και πολιτική επιβίωση των ρατσιστικά περιθωριοποιημένων και ιστορικά κατεσταλμένων πληθυσμών.

      Μτφρ.: Ευαγγελία Κουλιζάκη

"Στον αγώνα για τη γυναικεία ...

Η Γυναικεία Οργάνωση του PYD έχει τη χαρά να σας προσκαλέσει σε εκδήλωση που θα ...

Κούρδος βουλευτής τιμωρήθηκε από το Κοινοβούλιο, επειδή είπε τη λέξη
Κούρδος βουλευτής τιμωρήθηκε από το ...

Ο βουλευτής του HDP, Osman Baydemir, μίλησε στη χτεσινή κοινοβουλευτική ...

HDP: Ο Πρόεδρος Trump προσπαθεί να ξεκινήσει έναν περιφερειακό πόλεμο
HDP: Ο Πρόεδρος Trump προσπαθεί να ...

Ανακοίνωση του HDP σχετικά με την πρόσφατη απόφαση Trump να αναγνωρίσει την ...

Μία ακόμη έκκληση για συνάντηση με τον Ocalan απορρίφθηκε
Μία ακόμη έκκληση για συνάντηση με τον ...

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Μπούρσα απέρριψε μια ακόμη άλλη έκκληση των ...

1978-2017, 39 χρόνια PKK
1978-2017, 39 χρόνια PKK

Το PKK ιδρύθηκε σαν σήμερα, στις 27 Νοεμβρίου του 1978, σε ένα κουρδικό χωριό ...