Ο Kawa και η ιστορία του Newroz

20 Μαρτίου 2019

Πριν από πολύ καιρό, ανάμεσα στους δύο μεγάλους ποταμούς Ευφράτη και Τίγρη, υπήρχε μια περιοχή που ονομαζόταν Μεσοποταμία. Πάνω από μια μικρή πόλη και μπροστά στα βουνά του Zagros, υπήρχε ένα τεράστιο πέτρινο κάστρο με ψηλούς πυργίσκους και ψηλούς τοίχους.

Το κάστρο είχε λαξευτεί στα βράχια του βουνού. Οι πύλες του κάστρου ήταν από ξύλο κέδρου και χαράγμένες σε σχήματα φτερωτών πολεμιστών. Μέσα στο κάστρο ζούσε ένας σκληρός Ασσύριος βασιλιάς, που ονομαζόταν Dehak. Ο στρατός του τρομοκρατούσε τους ανθρώπους της περιοχής.

Όλα ήταν καλά, πριν τη βασιλεία του Dehak, στη Μεσοποταμία. Οι προηγούμενοι βασιλιάδες ήταν καλοί και ευγενικοί και ενθάρρυναν τους ανθρώπους να αρδεύουν τη γη και να διατηρούν τα χωράφια τους γόνιμα. Έτρωγαν μόνο ψωμί, βότανα, φρούτα και καρύδια. Ήταν κατά τη διάρκεια της βασιλείας ενός βασιλιά που ονομαζόταν Jemshid, που τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν στραβά. Θεωρούσε τον εαυτό του ανώτερο από τους θεούς του ήλιου και άρχισε να χάνει την αγάπη του λαού του. Ένα πνεύμα που ονομαζόταν Ahriman ο κακός, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να πάρει τον έλεγχο.

Επέλεξε τον Dehak να αναλάβει το θρόνο, ο οποίος σκότωσε τον Jemshid και τον έκοψε στα δύο. Το κακό πνεύμα, μεταμφιεσμένο ως μάγειρας, τάισε τον Dehak με αίμα και σάρκα ζώων και μια μέρα που ο Dehak τον παίνεσε για τα πιάτα με κρέας που του μαγείρευε, τον ευχαρίστησε και του ζήτησε να φιλήσει τους ώμους του βασιλιά. Καθώς το έκανε, άστραψε μια μεγάλη λάμψη φωτός και δύο γίγαντια μαύρα φίδια εμφανίστηκαν στους ώμους του βασιλιά, ένα σε κάθε πλευρά. Ο Dehak τρομοκρατήθηκε και έκανε ό, τι μπορούσε για να απαλλαγεί από αυτά. Ο Ahriman μεταμφιέστηκε ξανά, αυτή τη φορά σε γιατρό, και είπε στον Dehak ότι ποτέ δεν θα μπορέσει να απαλλαγεί από τα φίδια και ότι όταν τα φίδια έμεναν πεινασμένα, ο Dehak θα αισθανόταν τρομερό πόνο, ο οποίος θα μετριαζόταν μόνο όταν τα φίδια έτρωγαν τα μυαλά νέων αγοριών και κοριτσιών.

Έτσι, από εκείνη τη μαύρη μέρα και μετά, διάλεγαν δύο παιδιά από τις πόλεις και τα χωριά που βρίσκονταν κάτω από το κάστρο. Τα σκότωναν και τα μυαλά τους μεταφερόταν στο κάστρο και εκεί τοποθετούνταν σε ένα μεγάλο κάδο, φτιαγμένο από ξύλο καρυδιάς, και δένονταν σφιχτά μαζί με τρεις λεπτές ζώνες χρυσού. Ο κάδος στη συνέχεια μεταφερόταν από δύο φρουρούς στον Dehak και τα μυαλά προσφέρονταν στα δύο φίδια, που τα έτρωγαν.

Όμως, από τη στιγμή που άρχισε η κυριαρχία του βασιλιά των φιδιών, ο ήλιος σταμάτησε να λάμπει στο βασίλειο. Τα φυτά, τα δέντρα και τα λουλούδια των αγροτών μαράθηκαν. Τα γιγαντιαία καρπούζια που φύτρωναν για αιώνες καταστράφηκαν. Τα παγώνια και οι πέρδικες γύρω από τις μεγάλες ροδιές είχαν φύγει. Ακόμη και οι αετοί, που πετούσαν ψηλά στα βουνά, είχαν φύγει. Όλα ήταν σκοτεινά, κρύα και ζοφερά. Οι άνθρωποι σε όλη τη χώρα ήταν πολύ λυπημένοι. Όλοι πια φοβόντουσαν τον Dehak. Τραγουδούσαν λυπημένους θρήνους που έδειχναν τον πόνο και τη δυστυχία τους. Και ο στοιχειωμένος ήχος μιας μεγάλης, ξύλινης φλογέρας ακουγόταν πάντα σε όλη τη χώρα.

Κάτω από το κάστρο του βασιλιά, ζούσε ένας σιδεράς που έφτιαχνε πέταλα για τα περίφημα άγρια ​​άλογα της Μεσοποταμίας και κατσαρόλες και τηγάνια για τους κατοίκους της πόλης. Το όνομά του ήταν Kawa. Αυτός και η γυναίκα του ήταν πολύ θλιμένοι και μισούσαν τον Dehak, γιατί είχε ήδη πάρει τα δεκαέξι από τα δεκαεφτά παιδιά τους.

Κάθε μέρα, μέσα στη φλόγα του φούρνου, ο Kawa χτυπούσε το σφυρί στο αμόνι και ονειρευόταν να ξεφορτωθεί τον κακό βασιλιά. Και καθώς χτύπουσε το κόκκινο, ζεστό μέταλλο, ολοένα και πιο δυνατά, κόκκινες και κίτρινες σπίθες πετάγονταν στον σκοτεινό ουρανό σαν πυροτεχνήματα και οι άνθρωποι μπορούσαν να τις δουν μίλια μακριά.

Μια μέρα ήρθε εντολή ότι και η τελευταία κόρη του Kawa έπρεπε να θανατωθεί και το μυαλό της να μεταφερθεί στο κάστρο την επόμενη μέρα. Ο Kawa πέρασε όλη τη νύχτα στη στέγη του σπιτιού του, κάτω από τα φωτεινά αστέρια και τις ακτίνες της λαμπερής πανσέληνου, ψάχνοντας έναν τρόπο να σώσει την τελευταία κόρη του από τα φίδια του Dehak. Την ώρα που έβλεπε ένα αστέρι να πέφτει, του ήρθε μια ιδέα.

Το επόμενο πρωί καβάλησε το άλογό του, σέρνοντας αργά ένα βαρύ σιδερένιο καρότσι με δυο μεταλλικούς κάδους που κροτάλιζαν. Το κάρο ανέβηκε πάνω στον απότομο λιθόστρωτο δρόμο και έφτασε έξω από το κάστρο. Αδειάσε νευρικά το περιεχόμενο των μεταλλικών κάδων στον μεγάλο ξύλινο κάδο έξω από τις τεράστιες πύλες του κάστρου. Καθώς γυρνούσε να φύγει, άκουσε τις πόρτες του κάστρου να κάνουν θόρυβο και να ανοίγουν σιγά-σιγά. Έριξε μια τελευταία ματιά και έφυγε μακριά. Στη συνέχεια, ο ξύλινος κάδος ανυψώθηκε αργά από δύο φύλακες και οδηγήθηκε στο κάστρο. Τα μυαλά προσφέρθηκαν στα δύο πεινασμένα γιγαντιαία φίδια που έβγαιναν από τους ώμους του Dehak.

Όταν ο Kawa επέστρεψε στο σπίτι του, βρήκε τη γυναίκα του να στέκεται γονατιστή μπροστά στη φωτιά. Γονάτισε με τη σειρά του και σήκωσε απαλά το μεγάλο, βελούδινο μανδύα της. Εκεί, κρυμμένη κάτω από το μανδύα, ήταν η κόρη τους. Ο Kawa απομάκρυνε τα μαύρα, μακριά μαλλιά της από το πρόσωπό της και φίλησε το ζεστό της μάγουλο.

Αντί να θυσιάσει την κόρη του, ο Kawa είχε θυσιάσει ένα πρόβατο και είχε βάλει το δικό του μυαλό στον ξύλινο κάδο. Και κανείς δεν το είχε καταλάβει.

Σύντομα όλοι οι κάτοικοι της πόλης το έμαθαν και έτσι, όταν ο Dehak απαίτούσε τα παιδιά τους, όλοι έκαναν το ίδιο. Με αυτόν τον τρόπο, σώθηκαν πολλές εκατοντάδες παιδιά. Όλα τα παιδιά πήγαιναν τη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι, στα ψηλότερα βουνά, όπου κανείς δε θα τα έβρισκε. Εκεί, ψηλά στην ασφάλεια των βουνών του Zagros, τα παιδιά μεγάλωναν ελεύθερα.

Έμαθαν πώς να επιβιώνουν μόνα τους. Έμαθαν πώς να ιππεύουν άγρια ​​άλογα, πώς να κυνηγούν, να ψαρεύουν, να τραγουδούν και να χορεύουν. Από τον Kawa έμαθαν πώς να πολεμούν. Μια μέρα θα επέστρεφαν στην πατρίδα τους και θα έσωζαν το λαό τους από τον τύραννο βασιλιά.

Ήρθε ο καιρός και ο στρατός του Kawa ήταν έτοιμος να ξεκινήσει την πορεία του για το κάστρο. Στο δρόμο περνούσαν μέσα από χωριά και χωριουδάκια. Τα σκυλιά στα χωριά γάβγιζαν και οι άνθρωποι έβγαιναν από τα σπίτια τους και τους έδιναν ψωμί, νερό, γιαούρτι και ελιές.

Καθώς ο Kawa και τα παιδιά πλησίαζαν στο κάστρο του Dehak, οι άνδρες και οι γυναίκες παρατούσαν τα χωράφια για να πάνε μαζί τους. Μέχρι τη στιγμή που έφτασε στο κάστρο, ο στρατός του Kawa είχε γίνει χιλιάδες. Σταμάτησαν έξω από το κάστρο και γύρισαν προς τον Kawa.

Ο Kawa βρισκόταν πάνω σε ένα βράχο. Φορούσε τη δερμάτινη ποδιά του και έσφιγγε το σφυρί του στο χέρι. Γύρισε προς την πλευρά του κάστρου και σήκωσε το σφυρί του ψηλά, προς τις πύλες. Το μεγάλο πλήθος χύμηξε προς τα εμπρός και γκρέμισε τις πύλες του κάστρου που είχαν σχήμα φτερωτών πολεμιστών, και γρήγορα εξουδετέρωσε τους άνδρες του Dehak.

Ο Kawa κατέβηκε τις σκαλισμένες πέτρινες σκάλες και έτρεξε κατευθείαν στο δωμάτιο του Dehak και με το σφυρί του σκότωσε το βασιλιά των φιδιών και του έκοψε το κεφάλι. Τα δύο φίδια πέθαναν. Στη συνέχεια ανέβηκε στην κορυφή του βουνού πάνω από το κάστρο και άναψε μια μεγάλη φωτιά για να δείξει σε όλους τους ανθρώπους της Μεσοποταμίας ότι ήταν ελεύθεροι. Σύντομα, εκατοντάδες φωτιές άναψαν σε όλη τη χώρα, για να στείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα, και οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά στον νυχτερινό ουρανό, φωτίζοντάς τον και καθαρίζοντας τον αέρα από το άρωμα του Dehak και του κακού. Το σκοτάδι έφυγε.

Με το φως της αυγής, ο ήλιος βγήκε πίσω από τα σκοτεινά σύννεφα και για άλλη μια φορά ζέστανε την ορεινή γη. Τα λουλούδια άρχισαν σιγά-σιγά να ανοίγουν και τα μπουμπούκια στις συκιές άρχισαν να ανθίζουν. Οι αετοί επέστρεψαν και πέταξαν ανάμεσα στις κορυφές των βουνών. Οι φωτιές ανέβαιναν όλο και ψηλότερα και οι άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν σε κύκλους, κρατώντας τα χέρια. Οι γυναίκες, ντυμένες με φορέματα σε έντονα χρώματα, τραγουδούσαν τραγούδια αγάπης και οι άνδρες απαντούσαν, καθώς όλοι χόρευαν γύρω από τις φωτιές σαν να ήταν ένα. Πια ήταν ελεύθεροι!

Μέχρι σήμερα, την ίδια μέρα της Άνοιξης, στις 21 Μαρτίου (που είναι επίσης η εαρινή ισημερία), οι Κούρδοι, οι Πέρσες, οι Αφγανοί και άλλοι λαοί της Μέσης Ανατολής χορεύουν και πηδούν μέσα από φωτιές, εις μνήμην του Kawa και της απελευθέρωσης του λαού του από την τυρρανία και την καταπίεση και για να γιορτάσουν την έλευση του νέου έτους. Αυτή η μέρα ονομάζεται Newroz ή Νέα Μέρα. Είναι μία από τις λίγες λαϊκές γιορτές που έχουν επιβιώσει και είναι προγενέστερη όλων των θρησκευτικών εορτών.

Παρόλο που γιορτάζεται και από άλλους λαούς, είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους Κούρδους, καθώς είναι και η αρχή του κουρδικού ημερολογίου και συμβολίζει το μακρόχρονο αγώνα των Κούρδων για ελευθερία.

 

Πηγές: ANF, Kurdish Institute

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ
Χαριλάου Τρικούπη 7α
Αθήνα 10681
Ελλάδα
Ο ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
syndesmos@rojavakurdistan.gr
2103810564
Διπλωματική Αντιπροσωπεία P.Y.D.
pyd@rojavakurdistan.gr
2103810564
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
info@rojavakurdistan.gr
2103810564