Το άρθρο συγκρίνει δύο διακριτά πρότυπα πολιτικής και πνευματικής παραγωγής κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τα πρώτα χρόνια της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Το πρώτο ήταν ένα κουρδικό πρότυπο, το οποίο αντλούσε από πολλές πηγές, αναπτύχθηκε αυθόρμητα και παρέμεινε ανεξάρτητο από οποιοδήποτε κέντρο εξουσίας. Παρήγαγε τρεις αλληλοσυμπληρούμενες σχολές σκέψης —την κοσμική, την ισλαμική μεταρρυθμιστική και την εθνικιστική— παράλληλα με μια συνεχή ένοπλη αντίσταση.

Το δεύτερο ήταν ένα επίσημο τουρκο-οθωμανικό πρότυπο. Αυτό δεν θεμελιώθηκε εξαρχής πάνω σε κάποια φιλοσοφική θέση ή σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο πολιτών, αλλά σε μια βαθιά ριζωμένη πολιτική κουλτούρα, η οποία εξύψωνε τη στρατιωτική επικράτηση και αντιμετώπιζε τον έλεγχο μέσω των μηχανισμών ασφαλείας ως αποκλειστικό μέσο άσκησης της κρατικής διοίκησης και διατήρησης της συγκεντρωτικής δομής του κράτους.

Παρά τις διαφορετικές ονομασίες που έλαβε κατά καιρούς —από την περίοδο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ και την ισλαμική αδελφοσύνη έως την κεμαλική δημοκρατία, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, μολονότι θυμίζει την κατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την τελευταία της περίοδο— το πρότυπο αυτό παρέμεινε εγκλωβισμένο κάτω από μία σταθερή επιταγή: τη διάσωση της ενότητας του υφιστάμενου κράτους και όχι την επανεξέταση της νομιμοποίησής του.

Η απουσία ενός δημοκρατικού και πλουραλιστή Τούρκου διανοουμένου δεν προέκυψε από κάποια παροδική ιστορική κρίση, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ή οι εξεγέρσεις των Κούρδων, των Αρμενίων και των Αράβων. Αποτελούσε φυσική συνέπεια της απουσίας της έννοιας της «διαπραγμάτευσης και της κοινωνικής συμφωνίας των πολιτών» από ολόκληρη σχεδόν την επίσημη πολιτική ιστορία του κέντρου, το οποίο από την ίδρυσή του αντιμετώπιζε κάθε κρίση με άμεση στρατιωτική καταστολή.

Το άρθρο υποστηρίζει επίσης ότι η αποφασιστική διαφορά μεταξύ των δύο προτύπων δεν βρισκόταν στον όγκο της πνευματικής παραγωγής ούτε στην προέλευσή της, αλλά στην κατάληξη κάθε επιμέρους εγχειρήματος. Αρκετά κουρδικά σχέδια παρέμειναν εκτός εξουσίας ή βρέθηκαν σε σύγκρουση μαζί της. Μόνο ένα επικράτησε: το εθνικιστικό σχέδιο του Ζιγιά Γκιοκάλπ, το οποίο ενώθηκε με το νεοσύστατο κράτος, παρότι αρχικά, όπως και τα υπόλοιπα, είχε αντιταχθεί σε αυτό.

Αυτό το βαθιά ριζωμένο θεσμικό «γονίδιο» —και όχι κάποιος παροδικός ιστορικός κλονισμός— εξηγεί τη συνεχιζόμενη προσφυγή της σύγχρονης Τουρκίας στα σώματα ασφαλείας και στον στρατό απέναντι σε κάθε πρωτοβουλία και θεωρητικό πλαίσιο που προτείνει η κουρδική πλευρά για την επίτευξη πολιτικής λύσης.

Το δομικό αυτό πρότυπο εξακολουθεί να επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα: γίνονται αποδεκτά μόνο τα σχέδια που συναινούν στην αφομοίωσή τους από το κράτος, ενώ όλα τα υπόλοιπα αντιμετωπίζονται με καταστολή ή απαγόρευση.

Μια αποσιωπημένη ιστορική αντίφαση

Κατά την ύστερη περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν τα ζητήματα της ταυτότητας, της θρησκείας και του κράτους συγκρούονταν για τον καθορισμό του μέλλοντος της περιοχής, αναδείχθηκε ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο, το οποίο σπάνια λαμβάνεται υπόψη: οι Κούρδοι διανοούμενοι ήταν εκείνοι που διατύπωσαν τις μεγάλες ιδεολογικές επιλογές γύρω από τις οποίες κινήθηκε αργότερα η τουρκική σκέψη — και όχι το αντίστροφο.

Ο Αμπντουλάχ Τζεβντέτ (1862–1932) πρότεινε την επιλογή της ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης και της αφομοίωσης από τον δυτικό πολιτισμό. Υπέγραφε τα άρθρα του με το ψευδώνυμο «Ένας Κούρδος» ή Bir Kürt.

Ο Ισχάκ Σουκούτι (1868–1902) εξέφρασε την επιλογή της ισλαμικής μεταρρύθμισης στο πλαίσιο μιας ευρείας οθωμανικής ενότητας.

Ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (1876–1924), παρά την κουρδική καταγωγή του, διαμόρφωσε την επιλογή του εθνοτικού τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη οποιασδήποτε διακριτής κουρδικής ταυτότητας.

Ο μουλάς Σαΐντ Νουρσί παρουσίασε ένα εξαιρετικό σύστημα σκέψης, το οποίο συνέδεε τον ισλαμικό πολιτισμό και στοχασμό με τη δημοκρατία και την ειρηνική συνύπαρξη μέσα σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα πολλών εθνοτήτων και θρησκειών. Το σύστημα αυτό το ονόμασε «θετικό εθνικισμό».

Τέσσερις άνδρες κουρδικής καταγωγής έδωσαν στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία απαντήσεις στα τρία υπαρξιακά της ερωτήματα: Θα παρέμενε ισλαμική ή θα γινόταν κοσμική; Αποτελούσε ένα ενιαίο έθνος ή ένα ψηφιδωτό εθνοτήτων; Και ποια θα ήταν η τύχη της διαφορετικότητας μέσα σε ένα σύγχρονο κράτος;

Το ερώτημα που τίθεται αναπόφευκτα είναι: πού βρισκόταν ο αντίστοιχος Τούρκος διανοούμενος;

Στην πραγματικότητα, η τετράδα αυτή δεν εξαντλεί το εύρος της κουρδικής διανόησης εκείνης της περιόδου, αλλά αποτελεί μόνο ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της. Η οικογένεια Μπεντιρχάν, μαζί με πολλούς άλλους Κούρδους διανοουμένους, παρουσίασε ένα σαφώς διατυπωμένο πρότυπο κουρδικού εθνικισμού μέσω της εφημερίδας «Κουρδιστάν», την οποία εξέδωσε στο Κάιρο το 1898. Ήταν η πρώτη κουρδική εφημερίδα στην ιστορία και θεμελίωσε μια ανεξάρτητη εθνική δημοσιογραφική και πολιτική παράδοση.

Από την άλλη πλευρά, ο Μπεντιουζαμάν Σαΐντ Νουρσί (1877–1960), ο οποίος κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν γνωστός ως «Σαΐντ ο Κούρδος», παρουσίασε ένα διαφορετικό πρότυπο πολιτικής, επιστημονικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης. Το πρότυπο αυτό βασιζόταν στο πλαίσιο του ισλαμικού πολιτισμού και στην αντίληψη της ισλαμικής κοινότητας ως ενός συνόλου που περιλάμβανε πολλές διαφορετικές εθνότητες.

Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την ίδρυση της «Μεντρεσέτ αλ-Ζάχρα» στο Κουρδιστάν: ενός ισλαμικού πανεπιστημίου που θα συνδύαζε τις θρησκευτικές με τις σύγχρονες επιστήμες και θα χρησιμοποιούσε ως γλώσσες διδασκαλίας τα αραβικά, τα τουρκικά και τα κουρδικά. Το εγχείρημα αυτό αποτέλεσε τον πυρήνα του εκπαιδευτικού και μεταρρυθμιστικού του προγράμματος.

Οι υποστηρικτές του Νουρσί θεωρούν ότι η επιτυχία αυτού του εγχειρήματος θα μπορούσε να είχε ανοίξει νέους δρόμους για την επιστημονική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής. Ωστόσο, το σχέδιο δεν κατάφερε να υλοποιηθεί. Ορισμένοι υποστηρίζουν επίσης ότι οι τουρκικές αρχές οικειοποιήθηκαν αργότερα την ιδέα και την προσάρμοσαν στους στόχους του κράτους, απομακρύνοντάς την από το αρχικό όραμα που είχε διατυπώσει ο Νουρσί.

Αξίζει να επισημανθεί ότι, κατά την περίοδο αυτή, οι Κούρδοι δεν παρήγαγαν ιδέες αποκλειστικά για τη δική τους κοινωνία. Ορισμένοι Κούρδοι διανοούμενοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση θεωρητικών θέσεων που επηρέασαν αργότερα ολόκληρα τουρκικά ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα, όπως φαίνεται στην περίπτωση του Ζιγιά Γκιοκάλπ και στη σχέση του με τη διαμόρφωση του τουρκικού εθνικισμού.

Ο μουλάς Σαΐντ ο Κούρδος —ο μετέπειτα γνωστός ως Σαΐντ Νουρσί— αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ιστορικής αμφισημίας. Το κίνημα του «Νουρ», το οποίο ίδρυσε, παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις σημαντικότερες πνευματικές αναφορές του σύγχρονου τουρκικού ισλαμικού ρεύματος, παρά τις διαφορετικές τάσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του. Κι αυτό, μολονότι ο ιδρυτής του αυτοπροσδιοριζόταν στα πρώτα έργα του με το όνομα «Σαΐντ ο Κούρδος».

Εξειδικευμένες μελέτες και έρευνες επισημαίνουν ότι σε μεταγενέστερες εκδόσεις ορισμένων έργων του, καθώς και στην επίσημη βιογραφία του, αφαιρέθηκαν ή τροποποιήθηκαν αναφορές στην κουρδική του ταυτότητα και στο αρχικό εκπαιδευτικό του σχέδιο για το Κουρδιστάν. Σε ορισμένα σημεία έγιναν επίσης αλλαγές, με τις κουρδικές αναφορές να αντικαθίστανται από τουρκικές. Οι επεμβάσεις αυτές αντανακλούν την προσπάθεια να παρουσιαστεί αποκλειστικά ως τουρκική πνευματική προσωπικότητα.

Το γεγονός αυτό εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, συνδεδεμένο με τις πολιτικές του τουρκικού κράτους για τον εκτουρκισμό των γεωγραφικών ονομασιών και των προσωπικών ονομάτων, καθώς και με την απομάκρυνση της ονομασίας «Κουρδιστάν» από τον επίσημο λόγο και τα δημόσια έγγραφα. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως έμπρακτη συνέχεια εκείνου που η παρούσα μελέτη περιγράφει ως «οντολογική άρνηση» της κουρδικής ταυτότητας.

Το συγκεκριμένο πρότυπο, ωστόσο, δεν στράφηκε μόνο εναντίον μιας ολόκληρης κοινότητας. Εφαρμόστηκε επίσης σε μια προσωπικότητα της οποίας η θρησκευτική κληρονομιά αξιοποιήθηκε, αφού προηγουμένως η επίσημη αφήγηση την είχε απογυμνώσει από την εθνική της ταυτότητα.

Μια εντυπωσιακή απουσία: καμία πλουραλιστική φωνή των πολιτών

Αναζητώντας έναν Τούρκο διανοούμενο που να διατύπωσε ένα δημοκρατικό και πλουραλιστικό σχέδιο, ικανό να κατοχυρώσει τα δικαιώματα των Κούρδων, των Αρμενίων και των υπόλοιπων κοινοτήτων του κράτους, συναντούμε μόνο μία περιορισμένη εξαίρεση: τον πρίγκιπα Σαμπαχαντίν (1879–1949), μαθητή του Γάλλου κοινωνιολόγου Εμίλ Ντιρκέμ και ηγέτη της «Φιλελεύθερης Ένωσης», η οποία ανταγωνιζόταν την Επιτροπή Ένωσης και Προόδου.

Ο Σαμπαχαντίν παρουσίασε ένα σχέδιο βασισμένο στη διοικητική αποκέντρωση και την ατομική πρωτοβουλία, επηρεασμένος από τη θεωρία του Γάλλου κοινωνιολόγου Εντμόν Ντεμολέν.

Ακόμη και αυτή η εξαίρεση, όμως, χρειάζεται προσεκτικότερη εξέταση. Το σχέδιό του επικεντρωνόταν στην αποκέντρωση ως εργαλείο οικονομικής και διοικητικής μεταρρύθμισης και όχι στη ρητή συνταγματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων διακριτών εθνικών κοινοτήτων, όπως πρότειναν, από διαφορετικές αφετηρίες, οι Κούρδοι διανοούμενοι.

Ο Σαμπαχαντίν παρέμεινε επίσης «Οθωμανός» ως προς τη συλλογική ταυτότητα την οποία υποστήριζε και όχι «Τούρκος» με την εθνοτική-εθνικιστική έννοια που διαμόρφωσε αργότερα ο Ζιγιά Γκιοκάλπ. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι έχασε από νωρίς την πολιτική του μάχη απέναντι στη συγκεντρωτική πτέρυγα της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου. Οι ιδέες του δεν απέκτησαν θεσμική και πνευματική συνέχεια. Σύμφωνα με το άρθρο, αυτό σημαίνει ότι η συλλογική τουρκική σκέψη δεν αποδέχθηκε ούτε την ελάχιστη βαθμίδα ειρηνικής συνύπαρξης.

Κατά την κρίσιμη εκείνη περίοδο, η τουρκική ελίτ δεν ανέδειξε ούτε έναν διανοούμενο με το κύρος του Τζεβντέτ, του Σουκούτι ή ακόμη και του Ζιγιά Γκιοκάλπ, ο οποίος να διατυπώσει με σαφήνεια ένα δημοκρατικό και πλουραλιστικό σχέδιο. Ένα σχέδιο που θα αναγνώριζε το δικαίωμα των άλλων κοινοτήτων —των Κούρδων, των Αρμενίων και των Αράβων— να διατηρούν διακριτή ταυτότητα μέσα σε ένα ενιαίο κράτος.

Από την ιδέα στο τουφέκι

Η απουσία αυτή δεν είναι συμπτωματική, αλλά αποτέλεσμα μιας θεμελιώδους και δομικής ιστορικής πορείας, η οποία αξίζει να εξεταστεί. Η αδυναμία παραγωγής δημοκρατικής σκέψης των πολιτών δεν αποτελούσε απλώς ατομική παράλειψη ούτε κάποια παροδική μεταβολή που επιβλήθηκε από τους Βαλκανικούς Πολέμους στις αρχές του 20ού αιώνα. Αντανακλούσε, αντιθέτως, ένα δομικό χαρακτηριστικό βαθιά ριζωμένο στην οθωμανική και την τουρκική πολιτική κουλτούρα από την εμφάνισή τους.

Στον ιστορικό της πυρήνα, η Οθωμανική Αυτοκρατορία συγκροτήθηκε ως μηχανισμός κατακτήσεων, φορολογικής είσπραξης και στρατιωτικού ελέγχου. Έδινε προτεραιότητα στην επιβολή του κύρους της και στην καθυπόταξη των υπηκόων μέσω της βίας και της καταστολής, χωρίς να αναπτύξει κατά τη διάρκεια της ιστορίας της πολιτικές θεωρίες ή την έννοια ενός κοινωνικού συμβολαίου των πολιτών, βασισμένου στη διαπραγμάτευση και στην πλουραλιστική ιδιότητα του πολίτη. Επομένως, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι δεν δημιούργησαν αυτό το πρότυπο· απλώς το ενίσχυσαν και επιτάχυναν τη μετατροπή του σε μόνιμο θεσμό.

Η Επιτροπή Ένωσης και Προόδου, η οποία αργότερα έφερε το τουρκικό εθνικιστικό σχέδιο στην εξουσία, δεν γεννήθηκε σε κάποιο πνευματικό σαλόνι ή πολιτικό πανεπιστήμιο. Ιδρύθηκε στη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή της Κωνσταντινούπολης το 1889, συνεχίζοντας έτσι αυτή την παλαιά θεσμική κληρονομιά.

Για το κέντρο της εξουσίας, η πολιτική δεν αποτελούσε ποτέ χώρο πνευματικού διαλόγου ή αναζήτησης συμβιβαστικών λύσεων. Ήταν πάντοτε προέκταση της δύναμης των όπλων και της βούλησης των αξιωματικών του στρατού.

Οι φορείς αυτού του σχεδίου, επομένως, ήταν από την πρώτη στιγμή της συγκρότησής του στρατιωτικοί σπουδαστές και όχι διανοούμενοι πολίτες, οι οποίοι αρθρογραφούσαν στις εφημερίδες και αντιπαρατίθεντο στα πνευματικά σαλόνια.

Η ταπεινωτική ήττα στους Βαλκανικούς Πολέμους και η απώλεια, μέσα σε λίγους μήνες, εκτεταμένων εδαφών στην Ευρώπη καλλιέργησαν στην ηγεσία της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου ένα έντονο αίσθημα άμεσου υπαρξιακού κινδύνου. Η οργάνωση, η οποία είχε ξεκινήσει ως κίνημα συνταγματικής μεταρρύθμισης, μετατράπηκε σε έναν μυστικό παραστρατιωτικό μηχανισμό που διείσδυσε στις τάξεις του ίδιου του στρατού.

Η «Ειδική Οργάνωση» (Teşkilât-ı Mahsusa) συγκροτήθηκε ως ο μυστικός εκτελεστικός της βραχίονας. Οι «Τρεις Πασάδες» —Ταλαάτ, Ενβέρ και Τζεμάλ— αναδείχθηκαν στο πραγματικό πρόσωπο μιας φονικής εξουσίας. Κανένας θεωρητικός ή διανοούμενος πολίτης δεν είχε θέση μέσα σε αυτό το εγχείρημα.

Η πορεία αυτή δεν τερματίστηκε με την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά συνεχίστηκε κατά την ίδρυση της ίδιας της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ο Ισμέτ Ινονού και ο Καζίμ Καραμπεκίρ ήταν όλοι στρατιωτικοί, διαμορφωμένοι μέσα στην ίδια ενωτική παράδοση — και όχι διανοούμενοι πολίτες που είχαν προτείνει ένα πλουραλιστικό Σύνταγμα, το οποίο θα αναγνώριζε την πολυμορφία.

Η θεμελιώδης διαφορά: σκέψη κατ’ εντολήν της εξουσίας και σκέψη χωρίς κηδεμονία

Η βαθύτερη διαφορά δεν εντοπίζεται μόνο στις ιδέες που διατύπωσε κάθε πλευρά, αλλά και στο ποιος παρήγαγε αυτές τις ιδέες και για λογαριασμό τίνος.

Η επίσημη τουρκο-οθωμανική πνευματική παραγωγή, από την περίοδο του Τανζιμάτ μέχρι την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, προερχόταν κατά κύριο λόγο από το εσωτερικό του κρατικού μηχανισμού ή υπηρετούσε άμεσα τις ανάγκες του. Οι μεταρρυθμιστές του Τανζιμάτ —ο Μουσταφά Ρεσίτ Πασάς, ο Αλή Πασάς και ο Φουάτ Πασάς— ήταν κρατικοί αξιωματούχοι. Συνέτασσαν τα μεταρρυθμιστικά τους σχέδια κατόπιν εντολής του ίδιου του σουλτάνου ή στο πλαίσιο των διοικητικών τους καθηκόντων. Η σκέψη τους δεν αποτελούσε τόσο προϊόν ελεύθερου στοχασμού όσο κάτι που τους είχε «ανατεθεί», προκειμένου να διασώσουν το κράτος το οποίο υπηρετούσαν.

Ακόμη και οι Νέοι Οθωμανοί, οι οποίοι αντιτάχθηκαν στον σουλτάνο και εξορίστηκαν γι’ αυτό, εξακολουθούσαν να ανήκουν στην ίδια γραφειοκρατική και πνευματική τάξη. Η διαφωνία τους με την εξουσία δεν υπερέβη τα όρια της μεθόδου: αφορούσε το πώς έπρεπε να διοικείται το κράτος και όχι το εάν το κράτος δικαιούνταν να συνεχίσει να υπάρχει με τη συγκεντρωτική και μονολιθική μορφή του.

Αντίθετα, η κουρδική πνευματική παραγωγή της ίδιας περιόδου δεν προήλθε από ένα ενιαίο κέντρο ούτε αναπτύχθηκε κατόπιν ανάθεσης. Ανέβλυσε από εντελώς διαφορετικές κοινωνικές πηγές, χωρίς προηγούμενο συντονισμό μεταξύ τους: ένας εξεγερμένος γιατρός που χρηματοδοτούσε από την εξορία του ένα μυστικό κίνημα —ο Σουκούτι· ένας απομονωμένος σούφι θεολόγος που διαμόρφωσε ένα εκπαιδευτικό σχέδιο ανεξάρτητα από οποιοδήποτε κόμμα ή σουλτάνο —ο μουλάς Σαΐντ ο Κούρδος· μια οικογένεια γαιοκτημόνων που ίδρυσε στο Κάιρο έναν ανεξάρτητο εθνικό Τύπο —η οικογένεια Μπεντιρχάν· ένας κοσμικός διανοούμενος που εξεγέρθηκε εναντίον της οργάνωσης την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει —ο Κούρδος Αμπντουλάχ Τζεβντέτ· και ένας νεαρός αντίπαλος του ίδιου του Χαλιφάτου, ο οποίος στα πρώτα του χρόνια διατύπωσε τη θεωρία μιας εντελώς νέας ταυτότητας έξω από το υφιστάμενο κατεστημένο —ο Ζιγιά Γκιοκάλπ.

Δεν υπήρχε κάποιο κεντρικό κουρδικό «γραφείο εξουσίας» που να κατευθύνει ή να χρηματοδοτεί αυτή την πνευματική παραγωγή. Όλοι τους προήλθαν μέσα από την κουρδική κοινωνία και, ειδικότερα, από την Αμίδη, την πρωτεύουσα του Κουρδιστάν. Μπροστά από το Μεγάλο Τέμενος τύλιγαν καπνό, κάπνιζαν μαζί και αντάλλασσαν ιδέες. Οι ιδέες αυτές γεννήθηκαν αυθόρμητα και ανεξάρτητα από κάθε υφιστάμενη εξουσία — και συχνά σε αντιπαράθεση μαζί της, όχι στην υπηρεσία της.

Η αποφασιστική διαφορά, επομένως, δεν εντοπίζεται στην αφετηρία των τεσσάρων αυτών εγχειρημάτων, αλλά στην κατάληξή τους. Τρία από αυτά —του Σουκούτι, του Νουρσί και της οικογένειας Μπεντιρχάν— παρέμειναν εκτός εξουσίας ή σε αντιπαράθεση μαζί της μέχρι το τέλος. Ορισμένα συντρίφθηκαν, άλλα περιθωριοποιήθηκαν, ενώ η θρησκευτική κληρονομιά κάποιων αξιοποιήθηκε χωρίς να αναγνωρίζεται η κουρδική της προέλευση.

Μόνο το τέταρτο σχέδιο επικράτησε: η σκέψη του Γκιοκάλπ συνδέθηκε με το νεοσύστατο κράτος, παρότι στην αρχική της φάση βρισκόταν σε αντιπαράθεση μαζί του. Μετατράπηκε έτσι από ανεξάρτητη ατομική ιδέα σε επίσημη ιδεολογία, την οποία επέβαλε το κράτος χρησιμοποιώντας το σύνολο των μηχανισμών του.

Η εξαιρετική επικράτηση αυτού του μοναδικού σχεδίου —και όχι η υποτιθέμενη «γέννησή του μέσα από την εξουσία»— δημιούργησε αργότερα την εντύπωση ότι η τουρκική σκέψη αποτελούσε εξαρχής ένα εγχείρημα στην υπηρεσία του κράτους. Στον ιστορικό της πυρήνα, ωστόσο, επρόκειτο για μία ακόμη κουρδική περίπτωση, η οποία άρχισε, όπως και οι άλλες τρεις, έξω από το κράτος. Μόνο αυτή, όμως, κατέληξε στην επικράτηση και όχι στην αντιπαράθεση.

Αυτή η δομική διαφορά —μεταξύ ενός σχεδίου που επικράτησε και συγχωνεύθηκε με την εξουσία και τριών άλλων που παρέμειναν έξω από αυτήν ή συντρίφθηκαν— εξηγεί γιατί η τουρκική πορεία κατέληξε, την κρίσιμη στιγμή, σε έναν στρατιωτικό μηχανισμό που επέβαλε διά της βίας μία και μοναδική απάντηση. Αντίθετα, η κουρδική πορεία, παρότι στερούνταν ενός κράτους που θα μπορούσε να την προστατεύσει, παρέμεινε πεδίο πολλαπλών και συχνά αντιφατικών απαντήσεων.

Η συνέχεια αυτή δεν αποτελεί αποκλειστικά ιστορικό φαινόμενο, αλλά επαναλαμβάνεται με την ίδια δομική μορφή μέχρι σήμερα. Το κίνημα του Νουρσί, το οποίο ξεκίνησε ως ανεξάρτητο και οικουμενικό κουρδικό εγχείρημα έξω από το κράτος και αντιμετώπισε διώξεις και εξορίες σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ιδρυτή του, διασπάστηκε αργότερα σε πολλά παρακλάδια.

Ορισμένα από αυτά —με χαρακτηριστικότερο το κίνημα του Φετουλάχ Γκιουλέν πριν από την κατάρρευση της συμμαχίας του με την εξουσία— επιχείρησαν να συμμαχήσουν με το τουρκικό κράτος και να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς του. Επανέλαβαν έτσι την πορεία του Γκιοκάλπ: ένα εγχείρημα κουρδικής προέλευσης επικρατεί όταν αποδέχεται να αφομοιωθεί από το τουρκικό σχέδιο και παύει να αναφέρεται στις καταβολές του.

Από την άλλη πλευρά, το ένοπλο κουρδικό εθνικό ρεύμα —από το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) μέχρι τις νόμιμες πολιτικές του εκφράσεις, όπως το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP) και το διάδοχο Κόμμα Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών (DEM)— παρέμεινε εκτός εξουσίας και σε αντιπαράθεση μαζί της. Αντιμετωπίζει απαγορεύσεις, δικαστικές διώξεις και περιορισμούς από τους μηχανισμούς ασφαλείας, όπως ακριβώς αντιμετωπίστηκαν, έναν αιώνα νωρίτερα, τα εγχειρήματα του Σουκούτι και της οικογένειας Μπεντιρχάν.

Το πρότυπο δεν μεταβλήθηκε: ένα σχέδιο επικρατεί όταν αποδέχεται να ενσωματωθεί στην εξουσία και να εγκαταλείψει την ανεξάρτητη ταυτότητά του. Όλα τα υπόλοιπα, ανεξάρτητα από τον πλούτο και την ποικιλομορφία της σκέψης τους, παραμένουν έξω από το κράτος και αντιμετωπίζονται ως εχθροί, αντί να ενσωματώνονται με ισότιμους όρους.

Ακριβώς γι’ αυτό η επανεξέταση της ιστορίας του Τζεβντέτ, του Σουκούτι, του Νουρσί, της οικογένειας Μπεντιρχάν και του Γκιοκάλπ αποτελεί κάτι περισσότερο από μια απλή άσκηση ιστορικής μνήμης. Λειτουργεί ως καθρέφτης που μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η πολιτική διευθέτηση του σύγχρονου κουρδικού ζητήματος εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα σε δύο ακραίες επιλογές: είτε την ολοκληρωτική ενσωμάτωση στο κράτος είτε την ολοκληρωτική αντιπαράθεση μαζί του. Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ένας τρίτος δρόμος, ο οποίος θα αναγνώριζε τον πλουραλισμό χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την αφομοίωση.

Γιατί έχει σημασία αυτό σήμερα;

Η επανεξέταση αυτής της ιστορικής αντίφασης δεν αποτελεί ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Το ίδιο πρότυπο που παρατηρήθηκε πριν από έναν αιώνα επαναλαμβάνεται σήμερα σχεδόν αυτούσιο: η κουρδική πλευρά εξακολουθεί να παρουσιάζει ιδέες, πρωτοβουλίες και προτάσεις πολιτικής διευθέτησης, ενώ η επίσημη τουρκική πλευρά εξακολουθεί να απαντά με τα όπλα και τη στρατιωτική ισχύ.

Όταν ο Αμπντουλάχ Οτσαλάν, από την απομόνωσή του στο νησί Ιμραλί, απηύθυνε επανειλημμένες εκκλήσεις για «ειρήνη» και για μια «λύση δημοκρατικού κράτους» και όταν νόμιμα κουρδικά πολιτικά κινήματα συμμετείχαν στις εκλογές και παρουσίασαν συνταγματικά προγράμματα που πρότειναν αποκέντρωση και πολιτιστικά δικαιώματα αντί της απόσχισης, η επίσημη τουρκική απάντηση ήταν, στις περισσότερες περιπτώσεις, στρατιωτική και κατασταλτική.

Η απάντηση αυτή περιλάμβανε διασυνοριακές επιχειρήσεις του τουρκικού κράτους στο νότιο και στο δυτικό Κουρδιστάν, την απομάκρυνση εκλεγμένων δημοτικών αρχών με διοικητικές αποφάσεις και τον διορισμό κρατικών «επιτρόπων» (kayyum) στη θέση των εκλεγμένων δημάρχων, τη δικαστική δίωξη εκλεγμένων βουλευτών μέσα στο ίδιο το τουρκικό Κοινοβούλιο και την ένταξη νόμιμων κουρδικών κομμάτων στη σφαίρα της «τρομοκρατίας», χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ πολιτικής και ένοπλης δράσης.

Η επανάληψη αυτή δεν αποτελεί μια τυχαία ιστορική σύμπτωση. Εκφράζει τη συνέχεια μιας ενιαίας πολιτικής δομής, η οποία διαμορφώθηκε κατά την εποχή του Τανζιμάτ, ενισχύθηκε την περίοδο της Επιτροπής Ένωσης και Προόδου και διατηρήθηκε —έστω και με διαφορετικές μορφές— κατά τη διακυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

Από τότε, η κουρδική πλευρά, στερούμενη κρατικών θεσμών και αντίστοιχων μηχανισμών, βρέθηκε αναγκασμένη να διατυπώνει τα αιτήματά της με τη μορφή πολιτικού και θεωρητικού λόγου και να χρησιμοποιεί τη διαπραγμάτευση ως βασικό μέσο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της. Αντίθετα, το τουρκικό κράτος δεν χρειάστηκε να αναπτύξει έναν αντίστοιχο διαπραγματευτικό λόγο, επειδή διέθετε εξαρχής τα μέσα επιβολής και τελεσίδικης διευθέτησης: τον στρατό, τη Δικαιοσύνη και τη διοίκηση.

Αυτό που καθιστά την αντίφαση ακόμη πιο οδυνηρή είναι ότι οι ελάχιστες στιγμές κατά τις οποίες το τουρκικό κράτος φάνηκε να αντιμετωπίζει σοβαρά την προοπτική μιας πολιτικής διευθέτησης —όπως στις διαπραγματεύσεις της «ειρηνευτικής διαδικασίας» μεταξύ 2013 και 2015— δεν κατέρρευσαν εξαιτίας της αποτυχίας της κουρδικής πρότασης, αλλά λόγω καθαρά εσωτερικών πολιτικών υπολογισμών στην Τουρκία.

Μετά την κατάρρευση της διαδικασίας, η γλώσσα των στρατιωτικών επιχειρήσεων, των αποκλεισμών και των συλλήψεων κυριάρχησε εκ νέου. Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι η ανισορροπία των μέσων που διαθέτουν οι δύο πλευρές —η σκέψη απέναντι στα όπλα— δεν έχει μεταβληθεί ουσιαστικά από την ύστερη οθωμανική περίοδο μέχρι σήμερα.

Όταν, λοιπόν, διαβάζουμε σήμερα τον Τζεβντέτ, τον Σουκούτι, τον Νουρσί, την οικογένεια Μπεντιρχάν και τον Γκιοκάλπ, δεν διαβάζουμε ένα κλειστό κεφάλαιο του παρελθόντος. Διαβάζουμε τη μακρά εισαγωγή μιας σύγκρουσης που εξακολουθεί να εκτυλίσσεται με την ίδια δομική λογική: η μία πλευρά παρουσιάζει πολλαπλές θεωρητικές προτάσεις και επωμίζεται μόνη της το βάρος της πολιτικής επεξεργασίας, ενώ η άλλη διαθέτει μόνο την ισχύ για να απαντήσει — με μοναδική εξαίρεση τη στιγμή κατά την οποία κάποιο μέλος της πρώτης πλευράς αποδέχεται να αφομοιωθεί ολοκληρωτικά από το σχέδιο της δεύτερης.

Συμπέρασμα

Η απουσία ενός «δημοκρατικού και πλουραλιστή Τούρκου διανοουμένου» δεν συνιστούσε ατομική αδυναμία σκέψης. Αποτελούσε αναπόφευκτη συνέπεια του θεσμικού και ψυχολογικού προτύπου μέσα στο οποίο γεννήθηκε η τουρκική εξουσία, τόσο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και στο σύγχρονο τουρκικό κράτος.

Οι στρατιωτικές συνθήκες συγκρότησης του κράτους και, αργότερα, το τραύμα της απώλειας εδαφών οδήγησαν στην επικράτηση της δύναμης των όπλων και των κρατικών μηχανισμών εις βάρος των ιδεών και της διαπραγμάτευσης. Αυτό εξηγεί γιατί εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εκδηλώνεται μια θεσμική απάντηση κατασταλτικού χαρακτήρα απέναντι σε κάθε πολιτικό σχέδιο που προτείνει την αποκέντρωση ή τον συνταγματικό πλουραλισμό.

Αυτή η μακρά ιστορική πορεία επιβεβαιώνει ότι η κρίση της πολιτικής διευθέτησης δεν οφείλεται στην έλλειψη πνευματικών πρωτοβουλιών ή συνταγματικών επιλογών. Οφείλεται στη φύση του εθνικού κράτους που αναδύθηκε στην περιοχή και το οποίο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη διαπραγμάτευση και τον πλουραλισμό ως εκδηλώσεις αδυναμίας και υποχώρησης, ενώ θεωρεί τη στρατιωτική επιβολή και την άμεση καταστολή ως το πρώτο και τελευταίο μέσο διαχείρισης της κοινωνίας και της πολιτικής.

Η ελπίδα εναποτίθεται, επομένως, στην ικανότητα της πολιτικής σκέψης της περιοχής να διαμορφώσει έναν τρίτο δρόμο, ο οποίος θα υπερβαίνει τη μονολιθικότητα του παραδοσιακού εθνικού κράτους. Έναν δρόμο που θα θεμελιώνει ένα δημοκρατικό πρότυπο, στο οποίο η πολιτισμική και εθνική πολυμορφία θα αναγνωρίζεται ως συνταγματική αρχή και όχι ως απειλή για την ύπαρξη του κράτους.

Ιεμπραχέμ Μουσλέμ

Eπικεφαλής Διπλωματικής Αντιπροσωπείας PYD