
Ο κόσμος παρακολουθεί σε αργή κίνηση ένα δεύτερο Ιράν να δημιουργείται, λιγότερο βίαιο και δραματικό, πιο εκλεπτυσμένο και πιθανώς πιο ανθεκτικό.
Από το 2002, όταν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το κόμμα του AKP έφτασαν στην εξουσία, μέχρι το 2016, μια συζήτηση ξεκίνησε μεταξύ των παρατηρητών της Τουρκίας στις Ηνωμένες Πολιτείες: Η Άγκυρα εξακολουθεί να είναι σύμμαχος;
Στην πραγματικότητα, λόγω της νοσταλγίας, αυτή η συζήτηση συνεχίστηκε για πολύ καιρό από όταν έγινε προφανές ότι η Τουρκία δεν ήταν πλέον σύμμαχος. Αυτό το ζήτημα, ευτυχώς, έχει πλέον κλείσει. Παρά την ιδιότητά της ως μέλους του ΝΑΤΟ, κανείς δεν ισχυρίζεται πλέον σοβαρά κάτι τέτοιο.
Άνοιξε όμως μια νέα συζήτηση: Είναι η εχθρότητα της Τουρκίας μια προσωρινή παρέκκλιση ή μια μακροπρόθεσμη νέα κανονικότητα; Μοιάζει περισσότερο με την άνοδο του Necmettin Erbakan στην εξουσία το 1996–97 και του Mohammed Mursi στην Αίγυπτο το 2012–13, ή περισσότερο σαν την Ιρανική Επανάσταση, που βρίσκεται τώρα στην πέμπτη της δεκαετία;
Οι απόψεις στην Ουάσιγκτον διίστανται. Σε γενικές γραμμές, ο πρόεδρος, η άμυνα, το κράτος και τα επιχειρηματικά συμφέροντα υποστηρίζουν ότι αποτελεί παρέκκλιση. Περιμένουν αυτό το ατυχές διάλειμμα να τελειώσει, με μια χαρούμενη επιστροφή στις παλιές καλές μέρες. Το Κογκρέσο και οι περισσότεροι αναλυτές υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μακροπρόθεσμη αλλαγή. Αυτό είναι το επιχείρημά μου εδώ.
Για να κατανοήσουμε την αμερικανική συζήτηση, πρέπει να επιστρέψουμε σε αυτές τις παλιές, καλές μέρες. Η περίοδος από την ένταξη της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ το 1952 έως τις εκλογές του 2002 διήρκεσε πενήντα χρόνια. Οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, αν και όχι χωρίς εμπόδια (κυρίως στην περίπτωση της Κύπρου το 1964), ήταν απλές και καλές: η Ουάσιγκτον οδηγούσε, η Άγκυρα ακολουθούσε.
Είχα την ευκαιρία να περάσω μια εβδομάδα ως επισκέπτης στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα τον Οκτώβριο του 1992. Η πιο ξεχωριστή μου ανάμνηση είναι η μη λήψη αποφάσεων. Αξιωματούχοι περίμεναν το φαξ με τις πολιτικές οδηγίες από την τουρκική πρεσβεία στην Ουάσινγκτον. Υπερβάλλω, αλλά όχι πολύ. Αυτή η ρύθμιση λειτούργησε καλά και για τις δύο πλευρές για μισό αιώνα. Η Τουρκία απολάμβανε προστασία έναντι της Σοβιετικής Ένωσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να βασίζονται σε έναν αξιόπιστο σύμμαχο.
Δύο εξελίξεις διάβρωσαν αυτή τη σταθερότητα στη δεκαετία του 1990: η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τα τουρκικά πολιτικά κόμματα που βυθίζονταν στη διαφθορά και την ανικανότητα. Οι Ισλαμιστές, μια μικρή δύναμη από τις ημέρες του Ατατούρκ, επωφελήθηκαν από αυτές τις αλλαγές και έφτασαν για λίγο στην εξουσία το 1996–97. Ο στρατός τούς απομάκρυνε χωρίς να αντιμετωπίσει τα υποκείμενα προβλήματα.
Στη συνέχεια ακολούθησαν οι εκλογές του 2002. Το κόμμα του AKP εμφανίστηκε από το πουθενά, για να επωφεληθεί από μια ιδιαιτερότητα στο τουρκικό σύνταγμα, που καθιερώνει ένα πλαφόν 10 τοις εκατό προκειμένου να εισέλθει ένα κόμμα στο κοινοβούλιο. Μόνο δύο κόμματα ξεπέρασαν το ελάχιστο ποσοστό του 10 τοις εκατό. Τα υπόλοιπα πήραν 9, 8, 7, 6 και 5 τοις εκατό. Αυτό το παράδοξο επέτρεψε στο AKP, με το ένα τρίτο των ψήφων, να ελέγχει τα δύο τρίτα του κοινοβουλίου. Το σοκ που προέκυψε καταρράκωσε την αντιπολίτευση, η οποία παρέμεινε πίσω μέχρι το 2019, οπότε και κέρδισε τις εκλογές για τη δημαρχία της Κωνσταντινούπολης.
Όσον αφορά τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, το σημείο καμπής ήρθε αμέσως μετά την άνοδο του AKP. Την 1η Μαρτίου 2003, το τουρκικό κοινοβούλιο αρνήθηκε να επιτρέψει στα αμερικανικά στρατεύματα να χρησιμοποιούν την τουρκική επικράτεια ως βάση για τον πόλεμο κατά του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ. Ωστόσο, αν και εντυπωσιακή αλλαγή μετά από μια πεντηκονταετή συμμαχία, οι Αμερικανοί αξιωματούχοι προσπέρασαν αυτήν την απόρριψη. Ο Πρόεδρος Τζορτζ Μπους συνέχισε τις στενές σχέσεις του με τον Ερντογάν, τον οποίο βοήθησε προσωπικά να ξεπεράσει μια δικαστική απαγόρευση και να γίνει πρωθυπουργός. Ο Μπαράκ Ομπάμα χαρακτήρισε τον Ερντογάν έναν από τους πέντε αγαπημένους ξένους ηγέτες του. Ο Ντόναλντ Τραμπ τον κολάκευε και τον κατεύναζε.
Η σταθερά φιλική διάθεση αυτών των τριών διαφορετικών προέδρων καταδεικνύει την απροθυμία του Λευκού Οίκου να αναγνωρίσει τις θεμελιώδεις αλλαγές στην Τουρκία. Ομοίως, το Υπουργείο Άμυνας προσπάθησε να διατηρήσει τις παλιές καλές μέρες, το Υπουργείο Εξωτερικών συμφιλιώθηκε, η Boeing και άλλες εταιρείες ήθελαν να συνεχίσουν να πωλούν. Με αυτό το πνεύμα, το εκτελεστικό σκέλος υποτιμά το γεγονός ότι η Τουρκία κυβερνάται από έναν Ισλαμιστή, που ελέγχει τους ισχυρότερους θεσμούς της Τουρκίας: τον στρατό, τις υπηρεσίες πληροφοριών, την αστυνομία, το δικαστικό σώμα, τις τράπεζες, τα μέσα ενημέρωσης, τις εκλογικές επιτροπές, τα τζαμιά και το εκπαιδευτικό σύστημα. Και ακόμη: έχει αναπτύξει έναν ιδιωτικό στρατό, τη SADAT. Επιτίθεται κατά βούληση σε όποιον διαφωνεί δημόσια μαζί του. Για παράδειγμα, τολμήστε να υπογράψετε σε μια απλή καμπάνια, μπορεί να χαρακτηριστείτε ως τρομοκράτης και να καταλήξετε στη φυλακή. Καθώς η δημοτικότητα του Ερντογάν έχει μειωθεί, στηρίζεται σε αλλοίωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, στη φυλάκιση των ηγετών της αντιπολίτευσης και στο να βάζει τους τραμπούκους του να επιτίθενται στα γραφεία των αντιπάλων κομμάτων.
Όχι μόνο ο Ερντογάν και το AKP έχουν εδραιωθεί στην εξουσία, αλλά έχουν διαμορφώσει μια ολόκληρη γενιά και αλλάζουν τη χώρα. Βοηθά να δούμε την Τουρκία σαν να βιώνει μια εκδοχή της ισλαμικής επανάστασης του Ιράν. Ο κόσμος παρακολουθεί σε αργή κίνηση ένα δεύτερο Ιράν να δημιουργείται, λιγότερο βίαιο και δραματικό, πιο εκλεπτυσμένο και πιθανώς πιο ανθεκτικό. Χρησιμοποιώντας ορολογία υπολογιστών, αν Khomeini ήταν ο Ισλαμισμός1.0, ο Ερντογάν είναι ο 2.0, ίσως ακόμη και ο 3.0.
Ακολούθησε μια τεράστια αλλαγή στην τουρκική στάστη απέναντι στη Δύση γενικά, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2000, λίγο πριν ο Ερντογάν αναλάβει τα καθήκοντά του, οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ελαφρώς περισσότερους από τους μισούς Τούρκους θετικά προσκείμενους απέναντι στην Αμερική. Αυτό το ποσοστό έπεσε στο 18% κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ο αντι-αμερικανισμός είναι πλέον αχαλίνωτος στην πολιτική, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις ταινίες, στα σχολικά εγχειρίδια, στα κηρύγματα των τζαμιών -και πέραν αυτών.
Η εχθρότητα έχει γίνει πια αμοιβαία. Ο θυμός για την αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Τουρκία οδήγησε το Κογκρέσο να την αποκλείσει από το πρόγραμμα F-35. Μετά από δεκαετίες αποφυγής της ψηφοφορίας για τη γενοκτονία των Αρμενίων λόγω της ανησυχίας για τις τουρκικές ευαισθησίες, το Σώμα το 2019 την υπερψήφισε με 405 υπέρ και 11 κατά. Η Γερουσία πέρασε το νομοσχέδιο δια βοής.
Δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιμένουμε ότι οι Αμερικανοί θα βρουν μια πιο φιλική αποδοχή από την Άγκυρα, όταν ο Ερντογάν φύγει. Ναι, είναι εξήντα έξι ετών και φημολογείται ότι πάσχει από διάφορες ασθένειες. Όμως οι υποψήφιοι για τη διαδοχή του (όπως ο Süleyman Soylu) διατηρούν τις προοπτικές του. Επιπλέον, τα άλλα μεγάλα πολιτικά μέρη στην Τουρκία, οι εθνικιστές και οι αριστεροί, είναι ακόμη πιο εχθρικοί από το κόμμα του Ερντογάν. Με εξαίρεση το κουρδικό HDP, όλα τα άλλα κόμματα που συμμετέχουν στο κοινοβούλιο της Τουρκίας (MHP, CHP Iyi) είναι πιο αντι-αμερικανοί από το AKP. Στην πραγματικότητα κατηγορούν τον Ερντογάν ότι είναι φιλοαμερικανός.
Εν κατακλείδι, η αμερικανική πολιτική δεν πρέπει να βασίζεται στην ελπίδα ότι η Τουρκία θα επιστρέψει. Έχει φύγει, όπως και το Ιράν έχει φύγει. Όχι για πάντα, αλλά για πολύ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να προετοιμαστεί μακροπρόθεσμα για μια άσχημη, ίσως μια αδίστακτη Άγκυρα. Ακολουθούν οκτώ συστάσεις πολιτικής για την αντιμετώπιση της νέας Τουρκίας:
1. Να καταγγέλονται, καταδικάζονται και, σε κάποιο βαθμό, να αναληφθεί δράση για μια σειρά από ζητήματα εξωτερικής πολιτικής (ΣτΜ: που σχετίζονται με την Τουρκία), όπως η υποστήριξη της Τουρκίας προς την ISIS, η εισβολή της στη Συρία, η στέρηση από τη Συρία και το Ιράκ των νερών των ποταμών, η αποστολή στη Λιβύη και η γεώτρηση στην κυπριακή Α.Ο.Ζ.
2. Να απορριφθεί δημοσίως το αίτημα έκδοσης για τον Fethullah Gülen, πρώην σύμμαχο του Ερντογάν και τώρα θανάσιμο πολιτικό εχθρό του, που ζει στην Πενσυλβάνια.
3. Να απευθυνθεί πρόσκληση προς Κούρδους, Γκιουλενιστές, πρόσωπα της αντιπολίτευσης και άλλους, για συναντήσεις υψηλού επιπέδου στην Ουάσινγκτον, για να φανεί η υποστήριξη προς το πρόσωπό τους.
4. Αποσύνδεση οικονομικά. Για παράδειγμα, απαγόρευση αγοράς τουρκικού δημόσιου χρέους, αποκλεισμός τουρκικών ενεργειακών εταιρειών και έκδοση δασμών στον χάλυβα.
5. Προσθήκη της Τουρκίας στο CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act – Αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω του νόμου περί κυρώσεων), ως απάντηση στην αγορά του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Τουρκία.
6. Απομάκρυνση των πυρηνικών όπλων από το Incirlik, μια αεροπορική βάση του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Μερικές φορές η πρόσβαση στη βάση είναι περιορισμένη. Τα όπλα δεν μπορούν να φορτωθούν στα αεροπλάνα που βρίσκονται εκεί. Οι Τούρκοι θα μπορούσαν να αρπάξουν τα όπλα.
7. Αποχώρηση των στρατευμάτων των ΗΠΑ από την Τουρκία.
8. Εκδίωξη της Τουρκίας από το Βορειοατλαντικό Σύμφωνο. Αν και οι κανονισμοί του ΝΑΤΟ δεν προσφέρουν τα μέσα για την απομάκρυνση μελών, η Σύμβαση της Βιέννης για το δίκαιο των Συνθηκών επιτρέπει στην ομόφωνη πλειοψηφία να εκδιώξει ένα αδίστακτο κράτος. Είναι απλώς κατανοητό ότι αυτό μπορεί να γίνει. Αρα ας το κάνουμε.
Ο Daniel Pipes (DanielPipes.org, @DanielPipes) είναι πρόεδρος του Φόρουμ της Μέσης Ανατολής.




