Αφιέρωμα στα 23 χρόνια από την σύλληψη του Abdullah Ocalan…

Με την αφορμή της 23η επετείου της απαγωγής στην Κένυα και στη συνέχεια της φυλάκισης του ηγέτη του PKK Abdullah Ocαlαn κατόπιν μιας μυστικής επιχείρησης, και για πρώτη φορά στα αγγλικά (ΣτΜ: και, συγχρόνως, για πρώτη φορά στα ελληνικά), το Medyanews δημοσιεύει την επιστολή που έγραψε ο Ocαlαn στο ΕΔΑΔ πριν από περισσότερα από 11 χρόνια.
Μην έχοντας άλλη παρόμοια ευκαιρία σε όλο το διάστημα της φυλάκισής του μέχρι σήμερα, ο Abdullah Ocαlαn, ο ηγέτης του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), εξέφρασε πλήρως τις σκέψεις και τα συναισθήματά του για την κατάστασή του στην απομόνωση, για πρώτη και τελευταία φορά, σε μια επιστολή προς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) που συντάχθηκε τον Δεκέμβριο του 2010. Ο Οτσαλάν κρατείται στη φυλακή Ιμραλί στην Τουρκία από το 1999. Στις 27 Ιουλίου 2011, επτά μήνες μετά την παράδοση της επιστολής στο ΕΔΑΔ, θα είχε την τελευταία ευκαιρία να συναντηθεί με τους δικηγόρους του για πολλά χρόνια ακόμη. Ο Ιμπραχίμ Μπιλμέζ, ένας από τους δικηγόρους του Ocαlαn, είπε ότι αυτή η τελευταία συνάντηση ήταν ένα σημείο καμπής, καθώς πέρασαν οκτώ χρόνια πριν του επιτραπεί ξανά κάθε είδους επαφή μαζί τους.
«Ο κος. Ocαlαn κρατείται σε απομόνωση καθ’ όλη τη διάρκεια της φυλάκισής του, από την πρώτη κιόλας μέρα, αλλά τουλάχιστον μπορούσε να συναντιέται με τους δικηγόρους και τα μέλη της οικογένειάς του μερικές φορές το χρόνο. Του επέτρεπαν να συνομιλήσει με τους επισκέπτες του και να κάνει πολιτικές εκτιμήσεις», είπε ο Μπιλμέζ στο Medyanews. Ο Μπιλμέζ σημείωσε επίσης ότι ο Ocαlαn είχε γράψει την επιστολή του στο ΕΔΑΔ με το χέρι, με στυλό και χαρτί, όπως ακριβώς είχε γράψει ολόκληρη την υπεράσπισή του, που αποτελείται από χιλιάδες σελίδες. Δεν είχε πρόσβαση σε μια γραφομηχανή ή έναν υπολογιστή στο κελί της φυλακής του, που είχε μόνο ένα κρεβάτι, ένα μικρό γραφείο, μια καρέκλα, μερικά βιβλία και έναν ραδιόφωνο, συντονισμένο αποκλειστικά σε έναν κρατικό ραδιοφωνικό σταθμό. «Και ο κ. Öcalan δεν είχε την ευκαιρία να δει την υπεράσπισή του να δημοσιεύεται με τη μορφή τόμων βιβλίων», πρόσθεσε ο δικηγόρος Bilmez.
Ο Ocαlαn είναι φυλακισμένος μετά την απαγωγή του στην Κένυα από τις υπηρεσίες πληροφοριών της Τουρκίας και των Ηνωμένων Πολιτειών στις 15 Φεβρουαρίου 1999, και δεν έχει υπάρξει καμία ενημέρωση από αυτόν από τις 25 Μαρτίου 2021, όταν είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον αδελφό του Μεχμέτ Οτσαλάν για λίγα λεπτά, πριν το τηλεφώνημα διακοπεί απότομα. Η τελευταία φορά που οι δικηγόροι του μπόρεσαν να έρθουν σε επαφή μαζί του ήταν τον Αύγουστο του 2019.
Δημοσιεύουμε την επιστολή του Ocαlαn προς το ΕΔΑΔ, μεταφρασμένη για πρώτη φορά στα αγγλικά, σε τρία μέρη.

Η ζωή μου στη φυλακή στο νησί İmralı – μέρος 1
Abdullah Ocαlαn
Σε όλες τις συνομιλίες και τις υπερασπίσεις μου μέχρι σήμερα, απέφυγα να μιλήσω για την προσωπική μου ζωή. Εκτός γενικών συζητήσεων για θέματα υγείας και σχέσεις με τη διοίκηση των φυλακών, δεν έχω μιλήσει για το πώς αντιστάθηκα στην απομόνωση που σχεδίασε ειδικά για μένα το σύστημα και ισχύει αποκλειστικά για μένα, ούτε για το πώς αντέχω να είμαι μόνος. Φαντάζομαι ότι οι πρακτικές ζωής που έχω αναπτύξει ενάντια σε αυτήν την απόλυτη μοναξιά και αδράνεια θα είναι αυτό που θα προσελκύει την περισσότερη περιέργεια.
Όταν ήμουν ακόμη μικρό αγόρι, ένας γέροντας στο χωριό μας, που ήταν γνωστός για τη σοφία του, παρατηρώντας τη συμπεριφορά και τις δραστηριότητές μου, μου είπε κάτι που ακόμα θυμάμαι έντονα: «Lo li ciyê xwe rûne, ma di te da cîwa heye;», που θα πει «κάτσε ήσυχος, υδράργυρο έχεις στις φλέβες σου;» Ήμουν τόσο ενεργητικός όσο και ο υδράργυρος είναι ρευστός. Οι θεοί των αρχαίων μύθων πιθανότατα δεν θα μπορούσαν ποτέ να σκεφτούν χειρότερη τιμωρία για μένα από το να με δέσουν στους βράχους του İmralı.
Ωστόσο, έχουν περάσει τώρα δώδεκα χρόνια [21 χρόνια τη στιγμή της μετάφρασης στα αγγλικά] σε απομόνωση σε αυτό το νησί. Το İmralı είναι διαβόητο ως νησί όπου υψηλόβαθμοι κρατικοί αξιωματούχοι εκτίουν ποινές σε όλη την ιστορία. Το κλίμα είναι και εξαιρετικά υγρό και επίσης σκληρό. Προκαλεί τη φυσική φθορά του σώματος. Προσθέστε σε αυτό και την απομόνωση σε ένα κλειστό δωμάτιο, και η εξουθενωτική επίδραση στο σώμα ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Επίσης, τοποθετήθηκα σε αυτό το νησί καθώς άρχιζα να μεγαλώνω. Κρατήθηκα υπό την επίβλεψη της Διοίκησης Ειδικών Δυνάμεων για μεγάλο χρονικό διάστημα. Νομίζω ότι έχουν περάσει περίπου δύο χρόνια από τότε που ανέλαβε την εποπτεία μου το Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Δεν είχα κανένα μέσο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, εκτός από ένα βιβλίο, μια εφημερίδα και ένα περιοδικό κάθε φορά και ένα ραδιόφωνο που συντονιζόταν μόνο σε έναν σταθμό. Όλο το σύμπαν της επικοινωνίας μου συνίστατο σε επισκέψεις μισής ώρας από τον αδερφό μου κάθε λίγους μήνες και τις εβδομαδιαίες επισκέψεις των δικηγόρων μου, αν και αυτές συχνά περιορίζονταν λόγω «δυσμενών καιρικών συνθηκών». Φυσικά δεν υποτιμώ αυτούς τους παράγοντες στην επικοινωνία μου, αλλά δεν ήταν αρκετοί για να με κρατήσουν στα πόδια μου. Το μυαλό μου και η θέλησή μου ήταν να διασφαλίσω ότι θα παραμείνω στα πόδια μου και δεν θα χειροτερέψω.
Είχα ήδη απομονωθεί και είχα προετοιμαστεί για τη μοναξιά όσο ήμουν ακόμα έξω. Έκανα πειράματα στο να κάνω τις σχέσεις της οικογένειας, των στενών συγγενών, ακόμη και των στενών φίλων και συντρόφων, που αποτελούν μια σημαντική εξάρτηση, αφηρημένες. Οι σχέσεις με τις γυναίκες ήταν επίσης σημαντικές, και ήταν από αυτές που έκανα αφηρημένες. Ήμουν ακριβώς το αντίθετο του [του διωκόμενου επαναστάτη ποιητή] Ναζίμ Χικμέτ. Είχα ορκιστεί να μην κάνω παιδιά. Όταν ήμουν ακόμα στο λύκειο, πήρα κορυφαία βαθμολογία από τον καθηγητή μου στη φιλολογία για ένα δοκίμιο με τίτλο «Για μένα είσαι ένα παιδί που δεν θα γεννηθεί ποτέ». Νομίζω ότι ήθελα να ασχοληθώ με παιδικές ζωές που περνούν δύσκολα.
Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι εμπειρίες δεν είναι αρκετές για να εξηγήσουν την αντοχή μου στο İmralı.
Δεν πρέπει να συνεχίσω χωρίς να αναφέρω το εξής: Η συνωμοσία εναντίον μου στη διαδικασία του ımralı ήταν μια συνωμοσία που δεν άφησε καμία ελπίδα. Η παρατεταμένη διαδικασία και ο ψυχολογικός πόλεμος για τη θανατική ποινή είχαν τον ίδιο στόχο. Τις πρώτες μέρες δεν μπορούσα καν να καταλάβω πώς να το αντιμετωπίσω. Δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα μπορούσα να περάσω έστω και έναν χρόνο έτσι, πόσο μάλλον αρκετούς. Είχα αυτή τη σκέψη που με γέμιζε θλίψη: «Πώς μπορείς να κρατήσεις χιλιάδες ανθρώπους σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο;»
Πράγματι, ως η Κουρδική Εθνική Ηγεσία, είχα φτιαχτεί -ή είχα γίνει- ως η σύνθεση εκατομμυρίων. Αυτή ήταν η αντίληψη του κόσμου για την κατάσταση. Εάν είναι αδύνατο για τους περισσότερους ανθρώπους να ανεχθούν τον χωρισμό από τις οικογένειές τους ή τα παιδιά τους χωρίς την ελπίδα της επανένωσης, πώς θα μπορούσα να αντέξω έναν τέτοιο χωρισμό από τη θέληση εκατομμυρίων ενωμένων μέχρι θανάτου, να μην επιτύχουν ποτέ την επανένωση;

Γράμματα από τον κόσμο δεν μου έδιναν, ούτε αυτά των λίγων γραμμών. Μέχρι σήμερα δεν έχω λάβει καμία επιστολή εκτός από μερικές εξαιρέσεις από συντρόφους στη φυλακή, που υπόκεινται σε αυστηρή λογοκρισία, και καμία απολύτως από έξω. Ούτε κατάφερα να στείλω γράμματα.
Όλα αυτά μπορεί να βοηθήσουν σε κάποιο βαθμό στην κατανόηση των συνθηκών της απομόνωσης. Αλλά υπήρχαν ορισμένες πτυχές μοναδικές στη θέση μου. Είμαι στη θέση να είμαι αυτός που οδήγησε στην ανάδειξη πολλών αρχών που σχετίζονται με τους Κούρδους. Όλη αυτή η παραγωγή σταμάτησε στα μισά του δρόμου, εξαρτώμενη από μια ζωή ελευθερίας. Είχα οδηγήσει τους ανθρώπους μας να αναδυθούν σε όλους τους κοινωνικούς τομείς, αλλά δεν μπόρεσα να τους αφήσω σε αξιόπιστα χέρια ή σε ασφαλείς συνθήκες.
Σκεφτείτε έναν εραστή: Έκανε την πρώτη κίνηση για τον έρωτά του, αλλά τη στιγμή που τα χέρια τους ήταν έτοιμα να συναντηθούν, έμειναν σε αγωνία. Τέτοια ήταν τα άλματά μου για ελευθερία έξω από τα κοινωνικά πεδία, παρομοίως αφημένα σε αγωνία. Είχα ουσιαστικά διαλυθεί στις σφαίρες της κοινωνικής ελευθερίας. Άφησα πολύ λίγα πίσω μου για να αποκαλώ «εγώ». Η διαδικασία της φυλάκισης, με την κοινωνική έννοια, είχε ξεκινήσει ακριβώς τέτοια εποχή.
Οι εξωτερικές συνθήκες, το κράτος, η διοίκηση και η ίδια η φυλακή θα μπορούσαν να ήταν κατάλληλες για βασιλιάδες, και ακόμα δεν θα εξηγούσε πώς θα μπορούσα να αντέξω την απομόνωση που μου δημιουργήθηκε. Οι βασικοί παράγοντες δεν πρέπει να αναζητούνται στις συνθήκες ή στην προσέγγιση του κράτους. Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν ότι είχα πείσει τον εαυτό μου για τις συνθήκες απομόνωσης. Τι μεγάλους λόγους θα χρειαζόμουν για να μπορέσω να αντέξω την απομόνωση και να αποδείξω ότι μια υπέροχη ζωή θα μπορούσε να επιδειχθεί ακόμα και κάτω από την απομόνωση! Σκεπτόμενος σε αυτή τη βάση, θα πρέπει πρώτα να αναφέρω δύο εννοιολογικές εξελίξεις.
Το πρώτο αφορούσε την κοινωνική θέση των Κούρδων. Για να επιθυμώ μια ελεύθερη ζωή, η κοινωνία, η κοινωνία με την οποία συνδέθηκα θα έπρεπε να είναι ελεύθερη. Ή ακριβέστερα, η ατομική απελευθέρωση δεν θα μπορούσε να συμβεί χωρίς την κοινωνία. Με την κοινωνιολογική έννοια, η ελευθερία του ατόμου συσχετίστηκε πλήρως με το επίπεδο ελευθερίας της κοινωνίας. Εφαρμόζοντας αυτή την υπόθεση στον κουρδικό λαό, κατάλαβα ότι η ζωή των Κούρδων δεν διέφερε από ένα κατάμαυρο μπουντρούμι χωρίς τοίχους γύρω του. Δεν παρουσιάζω αυτή την αντίληψη ως λογοτεχνικό εργαλείο. Αυτή είναι η απόλυτη αλήθεια της βιωμένης πραγματικότητας.
Δεύτερον, για την πλήρη κατανόηση της έννοιας απαιτείται η τήρηση μιας ηθικής αρχής. Κάποιος πρέπει να έχει πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι είναι δυνατό να ζήσει τη ζωή σε απόλυτη εξάρτηση από μια κοινότητα.
Μία από τις πιο σημαντικές πεποιθήσεις που έχει γεννήσει η νεωτερικότητα είναι η άποψη ότι το άτομο μπορεί να επιβιώσει χωρίς εξάρτηση από την κοινότητα. Αυτή είναι μια ψευδής αφήγηση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοια ζωή, αλλά επιβάλλεται η αποδοχή μιας κατασκευασμένης εικονικής πραγματικότητας. Οποιαδήποτε στέρηση αυτής της αρχής εκφράζει διάλυση της ηθικής. Εδώ η πραγματικότητα και η ηθική συμπλέκονται.
Ο φιλελεύθερος ατομικισμός είναι δυνατός μόνο μέσω της διάλυσης μιας ηθικής κοινωνίας και της αποκοπής των δεσμών της από αυτούς της αντίληψης της πραγματικότητας. Το ότι τίθεται ως ο κυρίαρχος τρόπος ζωής της εποχής μας δεν αποδεικνύει ότι είναι σωστό. Το ίδιο ισχύει και για το καπιταλιστικό σύστημα του οποίου ο φιλελεύθερος ατομικισμός είναι η φωνή. Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα ως αποτέλεσμα της εστίασής μου στον Κούρδο ως φαινόμενο και στο κουρδικό ζήτημα.

Υπάρχει μια δυαδικότητα στη ζωή μου που πρέπει να γίνει καλά κατανοητή. Αυτή είναι η απόδραση και η επιστροφή στην κουρδικότητα. Η πολιτιστική γενοκτονία έχει εξασφαλίσει ότι οι συνθήκες διαφυγής είναι έτοιμες ανά πάσα στιγμή, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Αυτή η απόδραση ενθαρρύνεται πάντα. Η ηθική αρχή μπαίνει στο παιχνίδι ακριβώς σε αυτό το σημείο. Πόσο σωστό ή καλό είναι να φεύγεις από την κοινωνία σου για χάρη της σωτηρίας του ατόμου;
Έφτασα στο τελευταίο μου έτος στο πανεπιστήμιο, πράγμα που σήμαινε ότι η ατομική μου σωτηρία ήταν εγγυημένη εκείνη την εποχή. Η αρχή της επιστροφής μου στην κουρδικότητα, ή τουλάχιστον η οξυμένη εστίασή μου σε αυτό ακριβώς το σημείο, ήταν μια έκφραση μιας επιστροφής στην ηθική αρχή. Με τη σοσιαλιστική έννοια, αυτή η κοινότητα δεν έπρεπε να είναι κουρδική, θα μπορούσε να ήταν κάποια άλλη κοινότητα. Αλλά θα χρειαστεί να συνδεθείτε με ένα κοινωνικό φαινόμενο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο για να μπορέσετε να είστε ηθικό άτομο. Μου είχε γίνει ξεκάθαρο ότι δεν μπορούσα να είμαι ανήθικο άτομο.
Χρησιμοποιώ την έννοια της ηθικής εδώ με την έννοια της ηθικής θεωρίας. Δεν μιλάω για μια ηθική που είναι πρωτόγονη, για παράδειγμα μια ηθική που υπαγορεύει τη δια βίου πίστη σε οποιαδήποτε δεδομένη οικογένεια ή παρόμοια ομάδα, επειδή η σύνδεση με τους Κούρδους ως φαινόμενο και την προβληματική τους κατάσταση ήταν δυνατή μόνο μέσω της ηθικής. Το απόλυτο καθεστώς σκλάβου του Κούρδου –που παραμένει αληθινό μέχρι σήμερα– με απέτρεψε οριστικά από το όνειρο «μια ελεύθερη ζωή είναι δυνατή». Πείστηκα ότι: «Δεν έχω κόσμο όπου μπορώ να ζω ελεύθερα». Μπόρεσα να συγκρίνω διεξοδικά μια εσωτερική φυλακή με μια εξωτερική φυλακή εδώ. Έχω συνειδητοποιήσει ότι η αιχμαλωσία στην εξωτερική φυλακή είναι το πιο επικίνδυνο για το άτομο.
Είναι μεγάλη αυταπάτη για τον Κούρδο να ζει με την πεποίθηση ότι είναι ελεύθερος εξωτερικά. Μια ζωή που κυριαρχείται από αυταπάτες και ψέματα είναι αυτή που έχει υποστεί προδοσία και απώλεια. Το συμπέρασμα που βγάζω από αυτό είναι ότι μια ζωή είναι δυνατή μόνο υπό μια προϋπόθεση: να περνάει κανείς κάθε λεπτό της ημέρας παλεύοντας για την ύπαρξη και την ελευθερία των Κούρδων και των Τούρκων εργατών υπό τις συνθήκες του καπιταλισμού. Η ζωή για έναν Κούρδο με ήθος και αξιοπρέπεια είναι δυνατή μόνο αν γίνει 24ωρος μαχητής για την ελευθερία και την ύπαρξη.
Κρίνοντας τη ζωή μου εξωτερικά με βάση αυτή την αρχή, αποδέχομαι ότι έχω ζήσει μια ηθική ζωή. Είναι στη φύση του πολέμου που η απάντηση σε αυτό είναι ο θάνατος ή η φυλάκιση. Μια ζωή χωρίς πόλεμο είναι μια ζωή τεράστιας απάτης και αναξιοπρέπειας, και ως εκ τούτου, η υπομονή του θανάτου ή της φυλακής είναι στη φύση της δράσης. Θα ήταν αντίθετο με τον σκοπό της ζωής μου να μην μπορώ να αντέξω τις συνθήκες της φυλακής. Όπως δεν μπορεί να αποφευχθεί καμία μορφή αγώνα για ύπαρξη και ελευθερία. Αυτό ισχύει και για τη φυλακή, γιατί και αυτή είναι προϋπόθεση του αγώνα για μια ελεύθερη ζωή.
Όταν πρόκειται για Κούρδους, και υποθέτοντας ότι κάποιος είναι σοσιαλιστής και όχι υπό τις εντολές του καπιταλισμού, του φιλελευθερισμού ή ενός στρεβλωμένου θρησκευτικού φανατισμού, δεν υπάρχει τίποτα για να ζήσει κανείς και κανένας κόσμος για να ζήσει εκτός από έναν αγώνα για μια ηθική ζωή. Κοιτάζοντας τη ζωή των φίλων στη φυλακή υπό το πρίσμα αυτής της ιδέας, είδα ότι είχαν σοβαρές παρανοήσεις. Είτε έπεισαν τον εαυτό τους είτε πείστηκαν για μια ζωή που θα μπορούσε να βιωθεί ελεύθερα έξω. Μια κοινωνιολογική ανάλυση θα έδειχνε ότι ο ρόλος των φυλακών είναι να δημιουργήσουν μια ψευδή λαχτάρα για ελευθερία στο άτομο. Κάτω από τις συνθήκες της νεωτερικότητας οι φυλακές κατασκευάζονται πολύ προσεκτικά για αυτό το σκοπό. Όταν οι άνθρωποι βγαίνουν από τη φυλακή, μια επιλογή είναι να αποδεχτούν μια ζωή με ψέματα και εξαπάτηση, οπότε οποιαδήποτε προσδοκία από αυτούς για επαναστατική δράση ή μια ηθική και αξιοπρεπή ζωή είναι μάταιη, μια κενή ελπίδα, ή εναλλακτικά θα μπορέσουν να διεξάγουν τον αγώνα τους με καλύτερη επιτυχία χάρη στην ωριμότητα που συνοδεύει την εμπειρία της φυλακής.
[τέλος α’ μέρους]




